«Έπιασαν οι ζέστες. Πλησίαζε το τέλος Ιουνίου. […] Ο ήλιος πέτρωσε στον ουρανό. Αλλεπάλληλα κύματα από κάψα και φως πλημμύριζαν την πόλη όλη τη μέρα. Αν εξαιρέσουμε τους αψιδωτούς δρόμους της και τα διαμερίσματα, θα ‘λεγες πως δεν υπήρχε ούτε ένα σημείο που να μην το καίει η πιο εκτυφλωτική αντηλιά. Ο ήλιος καταδίωκε τους συμπολίτες μας σ’ όλες τις γωνιές των δρόμων, κι αν σταματούσαν, τους χτυπούσε τότε αλύπητα. Καθώς οι πρώτες αυτές ζέστες συνέπεσαν με μια κατακόρυφη αύξηση του αριθμού των θυμάτων, που υπολογίστηκαν σε επτακόσια περίπου μέσα σε μια εβδομάδα, κάτι σαν κατάθλιψη κυρίεψε το Οράν. Στις συνοικίες, ανάμεσα στους επίπεδους δρόμους και τα σπίτια με τα μπαλκόνια, η κίνηση λιγόστεψε και, σε γειτονιές όπου οι άνθρωποι ζούσαν πάντα στο κατώφλι του σπιτιού τους, όλες οι πόρτες έκλεισαν και τα παντζούρια σφάλισαν. Δεν μπορούσε κανείς να ξέρει αν προσπαθούσαν έτσι να προφυλαχτούν από την πανούκλα ή από τον ήλιο.
Από μερικά σπίτια, ωστόσο, έβγαιναν βογγητά. Όταν κάτι τέτοιο συνέβαινε παλιά, έβλεπες συχνά πολλούς περίεργους να μαζεύονται στο δρόμο και να στήνουν αυτί. Ύστερα όμως από τους αλλεπάλληλους συναγερμούς, φαίνεται πως οι καρδιές ολονών είχαν σκληρύνει και οι πάντες περπατούσαν και ζούσαν δίπλα στα βογγητά λες κι αυτά είχαν γίνει η φυσιολογική γλώσσα των ανθρώπων.
Οι συμπλοκές στις πύλες, όπου οι χωροφύλακες αναγκάζονταν να κάνουν χρήση των όπλων τους, δημιούργησαν μια βαθιά αναταραχή. Υπήρχαν ασφαλώς τραυματίες, αλλά στην πόλη, όπου τα πάντα μεγαλοποιούνταν εξαιτίας της ζέστης και του φόβου, μιλούσαν τώρα για νεκρούς. Είναι πάντως αλήθεια ότι η δυσαρέσκεια όλο και μεγάλωνε, ότι οι αρχές μας φοβήθηκαν για χειρότερα και σκέφτονταν σοβαρά τα μέτρα που θα ‘πρεπε να λάβουν στην περίπτωση που ο πληθυσμός, υποδουλωμένος στη μάστιγα της επιδημίας, θα προχωρούσε στην εξέγερση. Οι εφημερίδες δημοσίευσαν διατάγματα που επαναλάμβαναν την απαγόρευση εξόδου και απειλούσαν με ποινές φυλάκισης τους παραβάτες. Περίπολοι όργωναν την πόλη. Συχνά, στους έρημους και πυρωμένους δρόμους, ακουγόταν πρώτα ο ήχος των πετάλων στο λιθόστρωτο κι έπειτα έβλεπες έφιππους φρουρούς να περνούν ανάμεσα από σειρές σφαλισμένα παράθυρα. Μόλις η περίπολος χανόταν, μια βαριά και καχύποπτη σιωπή ξανάπεφτε στην απειλούμενη πόλη. Πού και που αντηχούσαν πυροβολισμοί των ειδικών ομάδων που, με πρόσφατη διαταγή, είχαν αναλάβει να σκοτώνουν τους σκύλους και τις γάτες που θα μπορούσαν να μεταδώσουν ψύλλους. Τούτοι οι κοφτοί πυροβολισμοί συνέβαλλαν στη δημιουργία ενός κλίματος συναγερμού στην πόλη.
Άλλωστε, μέσα στη ζέστη και τη σιωπή, όλα βάραιναν περισσότερο στην τρομοκρατημένη καρδιά των συμπολιτών μας. Τα χρώματα του ουρανού κι οι μυρωδιές της γης που σημαδεύουν την εναλλαγή των εποχών έγιναν, για πρώτη φορά, αισθητά σε όλους. Ο καθένας καταλάβαινε με τρόμο ότι οι ζέστες θα ευνοούσαν την επιδημία και, συνάμα, έβλεπε ότι το καλοκαίρι έμπαινε για τα καλά. Οι κραυγές των πετροχελίδονων ακούγονταν τώρα πιο αδύναμες στο βραδινό ουρανό. Δεν μπορούσαν πια να συγκριθούν με τα μεγαλόπρεπα δειλινά του Ιουνίου που ξανοίγουν τον ορίζοντα στον τόπο μας. Τα λουλούδια δεν έφταναν πια μπουμπούκια στις αγορές, είχαν ανοίξει κιόλας και, μετά το πρωινό ξεπούλημα, τα πέταλά τους έστρωναν τα σκονισμένα πεζοδρόμια. Βλέπαμε καθαρά ότι η άνοιξη είχε ξεψυχήσει, αφού σκόρπισε απλόχερα χιλιάδες ολάνθιστα λουλούδια που απλώνονταν παντού τριγύρω, κι ότι τώρα ετοιμαζόταν ν’ αποκοιμηθεί, να συντριβεί σιγά σιγά, κάτω από το διπλό βάρος της ζέστης και της πανούκλας. Για όλους τους συμπολίτες μας. τούτος ο καλοκαιριάτικος ουρανός, οι δρόμοι που χλόμιαζαν με τα χρώματα της σκόνης και της ανίας, είχαν το ίδιο απειλητικό νόημα με την εκατόμβη των νεκρών που βάραινε κάθε μέρα την πόλη. Το αδιάκοπο λιοπύρι, τούτες οι ώρες με γεύση ύπνου και διακοπών, δεν καλούσαν πια κανέναν, όπως άλλοτε, στις γιορτές του νερού και της σάρκας. Απεναντίας, ηχούσαν κούφιες μέσα στην κλειστή και σιωπηλή πόλη. Είχαν χάσει την μπρούντζινη λάμψη των ευτυχισμένων καιρών. Ο ήλιος της πανούκλας έσβηνε κάθε χρώμα κι έδιωχνε κάθε χαρά.
Ήταν κι αυτό μια απ’ τις επαναστατικές αλλαγές που έφερε η αρρώστια. Όλοι οι συμπολίτες μας υποδέχονταν συνήθως με χαρά το καλοκαίρι. Η πόλη ξεχυνόταν τότε προς τη θάλασσα και πλημμύριζε με τη νεολαία της τις ακρογιαλιές. Εκείνη τη χρονιά, αντίθετα, οι κοντινές ακτές ήταν απαγορευμένες και το κορμί δεν είχε πια δικαίωμα ν’ απολαύσει τις χαρές της. Τι να κάνεις κάτω από τέτοιες συνθήκες;
Και πάλι ο Ταρού μας δίνει την πιο πιστή εικόνα της ζωής μας εκείνο τον καιρό. Παρακολουθούσε βέβαια, σε γενικές γραμμές, την εξέλιξη της πανούκλας, σημειώνοντας συγκεκριμένα πως μια καμπή της επιδημίας είχε γίνει φανερή από το ραδιόφωνο, όταν άρχισε ν’ ανακοινώνει όχι πια εκατοντάδες θανάτους την εβδομάδα, αλλά ενενήντα δύο, εκατόν επτά, και εκατόν είκοσι νεκρούς την ημέρα. «Οι εφημερίδες κι οι αρχές κάνουν ζαβολιές με την πανούκλα. Φαντάζονται πως της αφαιρούν πόντους, επειδή το εκατόν τριάντα είναι μικρότερος αριθμός από το εννιακόσια δέκα». Αναφέρει επίσης τις σπαραχτικές ή τις θεαματικές όψεις της επιδημίας, όπως εκείνη τη γυναίκα που, σε μια ερημική γειτονιά με κλειστά παραθυρόφυλλα, άνοιξε απότομα ένα παράθυρο κι έβγαλε δυο δυνατές στριγγλιές προς το μέρος του πριν σφαλίσει ξανά τα παντζούρια πάνω στο πυκνό σκοτάδι του δωματίου της. Αλλού πάλι σημειώνει πως οι παστίλιες μέντας είχαν εξαφανιστεί από τα φαρμακεία, επειδή πολλοί τις πιπίλιζαν για να προφυλαχτούν από ενδεχόμενη μόλυνση. […]
Συνάμα, όμως, ο Ταρού αναλάμβανε το εγχείρημα να περιγράψει διεξοδικά πως περνούσε μια μέρα μέσα στη χτυπημένη απ’ την πανούκλα πόλη, απεικονίζοντας έτσι με ακρίβεια τις ασχολίες και τη ζωή των συμπολιτών μας εκείνο το καλοκαίρι: “Κανένας δεν γελά εκτός από τους μεθυσμένους”, έλεγε, “κι αυτοί πάλι γελούν υπερβολικά”. Ύστερα άρχιζε την περιγραφή του:
«Το χάραμα, ένα ανάλαφρό αεράκι φυσάει πάνω απ’ την έρημη ακόμα πόλη. Την ώρα αυτή, ανάμεσα στους θανάτους της νύχτας και τα ψυχορραγήματα της μέρας, η πανούκλα θαρρείς και χαλαρώνει για λίγο την προσπάθειά της, για να ξαποστάσει. Όλα τα μαγαζιά είναι κλειστά. Σε μερικά, όμως, η πινακίδα “Κλειστόν λόγω πανούκλας” δείχνει ότι δεν θ’ ανοίξουν σε λίγο μαζί με τ’ άλλα. Οι εφημεριδοπώλες, μισοκοιμισμένοι ακόμα, δεν διαλαλούν τις ειδήσεις, αλλά, ακουμπισμένοι στις γωνιές των δρόμων, προσφέρουν με κινήσεις υπνοβάτη την πραμάτεια τους στους φανοστάτες. Σε λίγο, όταν θα τους ξυπνήσουν τα πρώτα τραμ, θα ξεχυθούν σ’ ολόκληρη την πόλη, ανεμίζοντας τις εφημερίδες όπου φαντάζει η λέξη “Πανούκλα”. “Θα έχουμε και το φθινόπωρο πανούκλα; Ο καθηγητής Μπ… απαντά: Όχι”. “Εκατόν είκοσι τέσσερις νεκροί, ο απολογισμός της ενενηκοστής τέταρτης μέρας της πανούκλας”.
»Παρά την κρίση του χαρτιού που οξύνεται όλο και περισσότερο κι ανάγκασε ορισμένα περιοδικά να ελαττώσουν τον αριθμό των σελίδων τους, μια νέα εφημερίδα έκανε την εμφάνισή της, “Ο Ταχυδρόμος της Επιδημίας”, που αποστολή της είναι να “ενημερώνει τους Ορανέζους με την πιο σχολαστική αντικειμενικότητα για τις εξάρσεις ή τις κάμψεις της αρρώστιας• να τους δίνει τις πιο έγκυρες μαρτυρίες για το μέλλον της επιδημίας• να υποστηρίζει από τις στήλες της όλους εκείνους, επώνυμους η ανώνυμους, που είναι διατεθειμένοι ν’ αγωνιστούν αποτελεσματικά ενάντια στη μάστιγα• να στηρίζει το ηθικό του πληθυσμού, να δημοσιεύει τις οδηγίες των αρχών και, με δυο λόγια, να συνενώσει όλες τις προσπάθειες για έναν αποτελεσματικό αγώνα ενάντια στη συμφορά που μας πλήττει”. Στην πραγματικότητα, η εφημερίδα αυτή πολύ σύντομα περιορίστηκε στη δημοσίευση διαφημίσεων για νέα προϊόντα, αλάνθαστα για την πρόληψη της πανούκλας.
»Γύρω στις έξι το πρωί, όλες αυτές οι εφημερίδες αρχίζουν να πουλιούνται στις ουρές που σχηματίζονται έξω απ’ τις πόρτες των καταστημάτων τουλάχιστον μια ώρα πριν ανοίξουν, ύστερα στα τραμ που καταφθάνουν απ’ τα προάστια, ξέχειλα από κόσμο. Τα τραμ έχουν γίνει το μοναδικό μεταφορικό μέσο και προχωρούν με δυσκολία, αφού τα σκαλοπάτια τους και τα κάγκελα κινδυνεύουν να σπάσουν απ’ την πολυκοσμία. Πράγμα περίεργο όμως, όλοι οι επιβάτες, στο μέτρο του δυνατού, γυρίζουν τις πλάτες ο ένας στον άλλο για ν’ αποφύγουν τη μετάδοση της αρρώστιας. Στις στάσεις, το τραμ ξεφορτώνει άντρες και γυναίκες που βιάζονται ν’ απομακρυνθούν και να μείνουν μόνοι. Συχνά ξεσπούν καβγάδες εξαιτίας της κακής διάθεσης όλων, που έχει γίνει πλέον χρόνια.
»Αφού περάσουν τα πρώτα τραμ, η πόλη ξυπνάει σιγά σιγά, τα πρώτα καφενεία ανοίγουν τις πόρτες τους, ενώ οι πάγκοι τους είναι γεμάτοι πινακίδες που γράφουν: “Καφές τέλος”, “Να έχετε μαζί σας ζάχαρη”, κλπ. Ύστερα ανοίγουν τα μαγαζιά, οι δρόμοι ζωντανεύουν. Ταυτόχρονα το φως της μέρας δυναμώνει και η ζέστη πυρώνει σταδιακά τον ουρανό του Ιουλίου. Είναι η ώρα που οι αργόσχολοι αποτολμούν να βγουν στις λεωφόρους. Φαίνεται πως οι περισσότεροι το ‘χουν βάλει σκοπό να ξορκίσουν την πανούκλα επιδεικνύοντας τα λούσα τους. Καθημερινά, γύρω στις έντεκα, παρελαύνουν στους κεντρικούς δρόμους νέοι και νέες, και νιώθεις τότε αυτό το έκδηλο πάθος για τη ζωή που γιγαντώνεται σ’ όλες τις μεγάλες συμφορές. Αν η επιδημία εξαπλωθεί, η ηθική θα χαλαρώσει. Θα ξαναδούμε τις σκηνές ακολασίας που παρατηρήθηκαν στο Μιλάνο, στα νεκροταφεία.
»Το μεσημέρι, τα εστιατόρια γεμίζουν εν ριπή οφθαλμού. Πολύ γρήγορα, μικρές ομάδες απ’ όσους δεν μπόρεσαν να βρουν θέση σχηματίζονται μπροστά στις πόρτες. Ο ουρανός θαμπώνει από την υπερβολική ζέστη. Στη σκιά, κάτω από τις μεγάλες τέντες, οι υποψήφιοι για φαγητό περιμένουν τη σειρά τους στην άκρη του δρόμου που φλέγεται απ’ το λιοπύρι. Τα εστιατόρια είναι φίσκα γιατί απλοποιούν για πολλούς το πρόβλημα της διατροφής. Διατηρούν όμως άθικτο το άγχος για τη μετάδοση της αρρώστιας. Οι πελάτες χάνουν πολλή ώρα σκουπίζοντας υπομονετικά τα πιάτα και τα μαχαιροπίρουνά τους. Δεν πάει πολύς καιρός, ορισμένα εστιατόρια είχαν βάλει μια επιγραφή: “Εδώ τα σερβίτσια αποστειρώνονται”. Αλλά εγκατέλειψαν βαθμηδόν κάθε διαφήμιση, αφού η πελατεία θα ερχόταν, έτσι κι αλλιώς. Ο πελάτης, άλλωστε, ξοδεύει πρόθυμα. Τα εκλεκτά κρασιά ή όσα υποτίθεται πως είναι εκλεκτά, τα εδέσματα με “καπέλο”, αποτελούν την απαρχή μιας ξέφρενης κούρσας. Λένε μάλιστα πως σκηνές πανικού ξέσπασαν σ’ ένα εστιατόριο, όταν κάποιος πελάτης ένιωσε ξάφνου άσχημα, χλόμιασε, σηκώθηκε και προχώρησε γρήγορα τρικλίζοντας προς την έξοδο.
»Γύρω στις δύο, η πόλη αδειάζει σιγά σιγά και, τότε, η σιωπή, η σκόνη, ο ήλιος κι η πανούκλα ανταμώνουν στο δρόμο. Η ζέστη κυλά ασταμάτητα κατά μήκος των ψηλών γκρίζων σπιτιών. Ατέλειωτες φυλακισμένες ώρες καταλήγουν σε φλογισμένα σούρουπα που κατρακυλούν πάνω στην πολυάνθρωπη και φλύαρη πόλη. Τις πρώτες μέρες της κάψας, που και που, χωρίς κανένας να ξέρει το γιατί, το Οράν ερήμωνε τα βράδια. Τώρα, όμως, η πρώτη δροσιά φέρνει κάποια ανακούφιση, αν όχι κάποια ελπίδα. Τότε κατεβαίνουν όλοι στους δρόμους, ξεθεώνονται στο κουβεντολόι, καβγαδίζουν ή φλερτάρουν και, κάτω απ’ τον πορφυρό ουρανό του Ιουλίου, η πόλη, γεμάτη ζευγαράκια και ξεφωνητά, παρασέρνεται στη νύχτα που λαχανιάζει.
»Του κάκου κάθε βράδυ, στις λεωφόρους, ένας θεόπνευστος γέροντας, με ρεπούμπλικα και τεράστια γραβάτα, πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο πλήθος κι επαναλαμβάνει αδιάκοπα: “Ο Θεός είναι μεγάλος, ελάτε σ’ Αυτόν”, όλοι, αντίθετα, τρέχουν βιαστικά προς κάτι άλλο που δεν το γνωρίζουν καλά ή που τους φαίνεται πιο επείγον απ’ το Θεό. Στην αρχή, όσο πίστευαν πως επρόκειτο για μία συνηθισμένη αρρώστια, η θρησκεία κρατούσε τη θέση της. Μα όταν κατάλαβαν ότι ήταν κάτι σοβαρό, θυμήθηκαν τις απολαύσεις. Όλη η αγωνία που ζωγραφίζεται τη μέρα στα πρόσωπά τους μεταβάλλεται, μέσα στο φλογισμένο και σκονισμένο σούρουπο, σ’ ένα είδος άγριας έξαψης κι αδέξιας ελευθερίας που παθιάζει έναν ολόκληρο πληθυσμό.
»Είμαι κι εγώ σαν κι αυτούς. Μα δεν βαριέσαι! Ο θάνατος δεν είναι τίποτα γι’ ανθρώπους σαν κι εμένα. Είναι ένα γεγονός που τους δικαιώνει».
μετάφραση: Νίκη Καρακίτσου-Ντουζέ-Mαρία Κασαμπόγλου-Ρομπέν. Αθηνα: Καστανιώτης 2020.