Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Θωμάς Ιωάννου - Είδος υπό εξαφάνιση

 Ακόμα κι αν καβγαδίζουμε είναι καλό 

ALBERT CAMUS στη MARIA CASARES


Όταν στη φόρα βγάζανε

Των εραστών τα γράμματα

Και μπανιστήρι στη ζωή τους κάνανε

Με πρόσχημα την τέχνη

Στράβωνα


Όμως σαν άνοιξα

Την αλληλογραφία του Αλμπέρ και της Μαρίας

Σφόδρα το ζήλεψα

Το ταχυθάνατο του έρωτα αγόρι


Καθόλου για το Νόμπελ μόλις στα 44

Ή για τη φήμη ότι ήταν Δον Ζουάν

Ούτε γιατί ενώθηκαν πρώτη φορά

Τη νύχτα της απελευθέρωσης


Αν σκοτωθώ ποτέ
Τι θ' απομείνει να διαβάζουν από μας

Ποιος θα τυπώνει chat
Φωνητικά, καρδούλες ή «σεντόνια»
Ή θα πειστεί ότι μιλούσαμε για ποίηση


 Και πως δεν καυλαντίζαμε μονάχα
Αλλά πιο ισχυρή απόδειξη
Δεν πρόκειται
να βρουν
Ότι το ζήσαμε 
Απ' τα καντήλια που όλο ρίχναμε
Σαν προσευχές

Και αυτό το κτητικό το μου
Που στα επώνυμα κολλούσαμε 
Μετά το θάνατό μας μη χαθούμε


Θωμάς Ιωάννου, Ανοιχτή Ημερομηνία, Πόλις, 2025

Kathleen Ferrier - Kindertotenlieder 4 - Oft denk' ich


 

Κυριακή 4 Ιανουαρίου 2026

Pablo Neruda -Ένας Ύμνος Στον Μπολιβάρ


 

Πατέρα μας, εσύ που είσαι στη γη και στο νερό και στον αέρα

παντού μέσα στ’ απέραντα τα σιωπηλά μας πλάτη,

όλα, πατέρα, έχουν τ’ όνομά σου, εδώ στο φτωχικό μας:

το όνομά σου γλυκαίνει το ζαχαροκάλαμο

το καλάι μπολιβάρ έχει μια λάμψη μπολιβάρ,

το πουλί μπολιβάρ πάνω απ’ το ηφαίστειο μπολιβάρ,

το νίτρο, η πατάτα, των ίσκιων οι αποχρώσεις,

τα ορμητικά ρυάκια, οι φλέβες στα φωσφορικά πετρώματα,

ό,τι δικό μας πηγάζει απ’ τη σβησμένη σου ζωή,

κληρονομιά σου ήταν τα ποτάμια, οι κάμποι, τα καμπαναριά,

κληρονομιά σου κι ο άρτος μας ο επιούσιος, πατέρα.

 

Το μικρό σου λείψανο, γενναίε καπετάνιε,

άπλωσε μες στο σύμπαν το άχραντο μέταλλό του,

κι άξαφνα, τα δάχτυλά σου ξεπροβάλλουν απ’ το χιόνι

και ο ψαράς του νότου φέρνει άξαφνα στο φως

το χαμογέλιο σου, και τη φωνή σου που σπαρταράει στα δίχτυα.

 

Από τι χρώμα θ’ αναστήσουμε το ρόδο δίπλα στην ψυχή σου;

Κόκκινο θα ’ναι το ρόδο για να θυμίζει το περπάτημά σου.

Πώς θα ’ναι τα χέρια που θ’ αγγίξουνε τη στάχτη σου;

Κόκκινα θα ’ναι τα χέρια που θα γεννήσει η στάχτη σου.

Και πώς είναι ο σπόρος της πεθαμένης σου καρδιάς;

Κόκκινος είν’ ο σπόρος της ζωντανής καρδιάς σου.

 

Γι’ αυτό και σήμερα κάνουνε κύκλο γύρω σου τα χέρια.

Δίπλα στο χέρι μου υπάρχει κι άλλο και δίπλα του υπάρχει κι άλλο ακόμα,

κι άλλα πολλά, μέχρι το βάθος του ορίζοντα αυτής της σκοτεινής ηπείρου.

Κι έν’ άλλο χέρι που τότε δεν το γνώριζες 

φτάνει κι αυτό να σφίξει το δικό σου, Μπολιβάρ:

Από το Τερουέλ, απ’ τη Μαδρίτη, απ’ τη Χαράμα, απ’ τον Έβρο,

απ’ τα μπουντρούμια, απ’ τον αέρα, απ’ τους νεκρούς της Ισπανίας

έρχεται αυτό το κόκκινο το χέρι που είναι παιδί δικό σου.

 

Κυβερνήτη, πολέμαρχε, εκεί που ένα στόμα

για λευτεριά φωνάζει, εκεί που ένα αφτί αφουγκράζεται,

εκεί που ένας στρατιώτης κόκκινος τους φαιοχίτωνες τσακίζει

εκεί που η δάφνη της λευτεριάς βλασταίνει, εκεί που μια σημαία
καινούργια βάφεται απ’ το αίμα της εξαίσιας χαραυγής μας,

Μπολιβάρ, κυβερνήτη, εκεί μπορεί να δει κανείς το πρόσωπό σου.

Μες στο μπαρούτι και μέσα στον καπνό ξαναγεννιέται το σπαθί σου.

Ξανά η σημαία σου είναι με αίμα κεντημένη.

Ξανά οι φαύλοι ορμάνε στη σπορά σου,

και καρφωμένος σ’ έναν παρόμοιο σταυρό είναι κι ο γιος του ανθρώπου.

 

Αλλά στο δρόμο της ελπίδας τον ίσκιο σου έχουμε οδηγό,

η δόξα και το φως του κόκκινου στρατού σου

μες στα σκοτάδια της Αμερικής βλέπουνε με τα μάτια σου.

Τα μάτια σου που αγρυπνούν πέρα κι από τις θάλασσες,

πέρα κι από τους καταπιεσμένους λαούς τους λαβωμένους,

πέρα κι από τις μαύρες πυρπολημένες πολιτείες,

ξαναγεννιέται η φωνή σου, ξαναγεννιούνται και τα χέρια σου:

τις ιερές σημαίες υπερασπίζεται ο στρατός σου:

τραντάζει η Λευτεριά τα ματωμένα σήμαντρα,

και πιο μπροστά πορεύεται η τρομερή βουή του σπαραγμού

η χαραυγή που έχει απ’ το αίμα ανθρώπου κοκκινίσει.

 

Λιμπερταδόρ, ένας κόσμος ειρήνης γεννήθηκε στα μπράτσα σου.
Η ειρήνη, το ψωμί, το στάρι στο αίμα σου καρπίσανε,
το νέο δικό μας αίμα από το αίμα σου αναβλύζει
φυτρώνει ειρήνη, στάρι και ψωμί για τον καινούργιο κόσμο που θα φτιάξουμε.

Αντάμωσα τον Μπολιβάρ κάποιο ατέλειωτο πρωινό,
κει πέρα στη Μαδρίτη, μπροστά στο Πέμπτο Σύνταγμα,
Πατέρα, λέω, είσ’ εσύ, δεν είσαι και ποιος είσαι;
Κι αυτός κοιτάζοντας προς τους Στρατώνες του Βουνού, μου λέει:
«Ξυπνάω κάθε εκατό χρόνους, όταν ξυπνάει ο λαός».


Μετάφραση, Μπάμπης Ζαφειράτος, Νοε. 2017 – Α΄ γραφή Δεκ. 2016

Γιώργος Λίκος - Τ' όνειρο


Εχθές είδα στον ύπνο μου
Ένα μεγάλο δάσος
Εγώ γέννημα θρέμμα της θάλασσας·
Να 'ταν η άλμη της ψυχής μου
Που ήθελε να δροσιστεί
Ή να 'ταν μήνυμα θανάτου
Γιατί όλα μου τα βάσανα
Είναι βράχια στο κύμα 
Κι οι ελπίδες μου
Καράβια που κοιμούνται
Και σιγοσβήνουν στο βυθό·
Στον ουρανό
Θα ζω σ' ένα κάτασπρο σπίτι
Με το μελτέμι και το φως.

Εικοσιπέντε στάσιμα (1978-1982) στο: Γιώργος Λίκος, Ποίηση 1944-1990, Αθήνα: Νεφέλη 1992.

Νατάσα Χατζιδάκι - Δυο παλιοί φίλοι έπαιξαν το «Πάρ' τα όλα»



Παρ' τα και φύγε.
Παρ' τα όλα. Ρόδινες, ίσιες, πάλλευκες γρυλίζουν
οι κακές σου πράξεις και σε καλούν.
Όσα ποτήρια αλκοόλ τις έχεις στέψει,
αν τον λαιμό σου έσκαψαν.
Και οι λέξεις που γεννιούνται στην καρδιά σου
μέσα από διόδους δύσοσμες
σου καίνε τον λαιμό,
πέφτουν από τα χείλη σου
κατακρεουργημένες,
γιατί κάτι περισσότερο από λιωμένες λέξεις είναι.

Είναι πράξεις κακές, θριαμβικές
σαν κωνοφόροι γλάροι, σαν κοράκια.
Σαν γύπες που φωλιές αθώων τριγυρίζουν.
Παρ' τα και φύγε.

Πηγή: Άλλοι, Κέδρος 1990.

T. S. Eliot - Τέσσερα κουαρτέτα


BURNT NORTON
Ι
Χρόνος παρών και χρόνος παρελθών
Είναι ίσως και οι δυο παρόντες στον χρόνο τον μέλλοντα,
Και ο μέλλων χρόνος περιέχεται στον παρελθόντα χρόνο.
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών
Όλος ο χρόνος παραμένει ανεξαργύρωτος.
Ό,τι θα μπορούσε να ήταν είναι μια αφαίρεση
Που παραμένει αέναη δυνατότητα
Μόνο σε έναν κόσμο εικασιών.
Ό,τι θα μπορούσε να ήταν και ό,τι ήταν
Τείνουν προς ένα
τέλος, που είναι πάντοτε παρόν.
Βήματα αντηχούν στη μνήμη
Στο μήκος του διαδρόμου που δεν πήραμε
Βλέποντας προς την πόρτα που δεν ανοίξαμε ποτέ
Στον ροδόκηπο. Έτσι, τα λόγια μου
αντηχούνε στο μυαλό σου.
Όμως για ποιο σκοπό
Να ταραχτεί η σκόνη στο κύπελλο με τα ροδόφυλλα
Δεν ξέρω..."
-------------------------------------------------------------------
EAST COKER
I
Στην αρχή μου είναι το τέλος μου. Διαδοχικά
Σπίτια υψώνονται και πέφτουν, καταρρέουν, εκτείνονται,
Μετακινούνται, καταστρέφονται, αποκαθίστανται, ή στη θέση
τους
Ένα ανοιχτό χωράφι, ή ένα εργοστάσιο, ή ένας δρόμος
παρακαμπτήριος.
Πέτρα παλιά σε νέο κτίριο, ξύλο παλιό σε νέες φωτιές,
Παλιές
φωτιές σε στάχτες, και στάχτες στο έδαφος
Που είναι ήδη σάρκα, τρίχωμα και κόπρανα,
Οστά ανθρώπου και θηρίου, καλαμποκάλαμο και φύλλο.
Σπίτια ζουν και πεθαίνουν: υπάρχει ένας χρόνος για
οικοδόμηση
Και ένας χρόνος για ζωή και για γενιά
Και ένας χρόνος για τον άνεμο να σπάσει το χαλαρωμένο
τζάμι
Να τραντάξει το σοβατεπί όπου καλπάζει ο αρουραίος
Να τραντάξει τον κουρελιασμένο τάπητα του τοίχου που
υφάνθηκε μ’ ένα σιωπηλό ρητό.
Στην αρχή μου είναι το τέλος μου. Τώρα πέφτει το φως...
...Κρατώντας ο ένα τον άλλον απ’ το χέρι ή τον βραχίονα.
Τεκμήριον αρμονικής συμβίωσης. Γύρω γύρω απ’ τη φωτιά
Διασχίζοντας τις φλόγες πηδηχτά, ή κάνοντας κύκλους,
Σοβαροί χωριάτικα ή χωριάτικα γελώντας
Σηκώνοντας πόδια βαριά σε χοντροπάπουτσα,
Γήινα πόδια, λασπωμένα πόδια, που σηκώνονται στο κέφι της
υπαίθρου
Κέφι εκείνων που από πολύ καιρό μέσα στο χώμα
Θρέφουνε το σιτάρι. Κρατώντας χρόνο,
Κρατώντας στον χορό τους τον ρυθμό
Όπως και στην ζωή τους στις ζώσες εποχές,
Των εποχών και των αστερισμών τον χρόνο
Τον χρόνο του αρμέγματος , του θερισμού
Τον χρόνο που ερωτεύονται γυναίκα και άνδρας
Και σμίγουνε τα ζώα. Πόδια σηκώνονται και πέφτουν.
Τρων και πίνουνε. Κοπριά και θάνατος.
Προβάλλει αυγή, και μία άλλη μέρα
ετοιμάζει για ζέστη και σιωπή. Πέρα στη θάλασσα άνεμος
πρωινός
Γλιστράει ρυτιδώνοντας. Είμαι εδώ Ή εκεί,
ή σ’ άλλο τόπο. Στην αρχή μου. "
-----------------------------------------------------------------
(T. S. ELIOT: ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ
Σε μετάφραση του Τάκη Κουφόπουλου)

Χρίστος Λάσκαρης - Θλιμμένα πάντα


Θλιμμένα πάντα
με επισκέπτονται τα βράδυα
στην άδεια καμαρά μου
αναρριχόνται οι ήσκιοι
ψηλώνει στην καρδιά μου
ένα κυπαρίσσι
ποιό νυχτοπούλι
θα βγει και θα λαλήσει.
Των γελασμένων ημερών μου
ο θρήνος θ’ αντηχήσει
την άδεια κάμαρα θα σχίσει
θα σχίσει την καρδιά μου.
Λαλεί το πουλί στο κυπαρίσσι
τα πεθαμένα χρόνια μου σαν ήσκιοι
πληθαίνουν γύρω μου ,με πνίγουν
η νύχτα το έγκλημα θα κρύψει .

Θωμάς Ιωάννου - Είδος υπό εξαφάνιση

 Ακόμα κι αν καβγαδίζουμε είναι καλό  ALBERT CAMUS στη MARIA CASARES Όταν στη φόρα βγάζανε Των εραστών τα γράμματα Και μπανιστήρι στη ζωή το...