Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Κλειώ Βλαχάκη - Δύο διηγήματα

«Τα μπάνια του λαού»

Μεσούντος του καλοκαιριού. Εδώ πάντα κρατάει παραπάνω. Άλλος κόσμος. Άλλος πλανήτης. Σε λίγο θα έχουμε τα «μπάνια του λαού». Τι αστεία έκφραση!

Αλμυρίκια! Αντηλιακό! Αλμύρα! Ανυπομονησία! Ανεμολόγιο! Αρμενιστής! Αγάπη! Οι λέξεις του καλοκαιριού πάντα στην αρχή!

Άνθρωποι και βαλίτσες! Άνθρωποι και «θέλω»! Πολλά! Σακιά φορτωμένα! Τι πήγε στραβά στο ταξίδι; Λάθος ο συνταξιδιώτης; Λάθος ο χάρτης; Χαλασμένη πυξίδα; Σαν εκείνη του Θωμά που δεν έδειχνε ποτέ το βορρά! Μόνο τη δύση. Μα γίνεται; Γίνεται!

Τσιμέντο και τζιτζίκια! Για κάποιους η θάλασσα ανάγκη κι άπιαστο όνειρο. Έχει κι από αυτούς! Μετρούν μέρες. Θα ρθει η στιγμή! Θα μπουν στο πλοίο, θα κάτσουν στην πρύμνη να κοιτούν τι αφήνουν πίσω!

«Είδα όνειρο ότι πέθανα. Μούδιασε το σώμα.» Σακιά! Βαρίδια! Ξέρω πολλούς ανθρώπους. Ονειρεύονται θάλασσες για να ελαφρύνουν. Μην το ‘χεις για λίγο! Η κολυμβήθρα του Σιλωάμ μπροστά σου! Ανάγκη να βουτήξεις…

Θα ερημώσουν οι πόλεις. Θα γεμίσουν φωνές παιδιών τα χωριά. Οι μακρινοί συγγενείς και οι παλιοί φίλοι, «οι φίλοι του καλοκαιριού» θα σμίξουν κάτω από αστροφεγγιές και νηνεμίες. Κάτω από ουρανούς καθαρούς με καθαρές κουβέντες και γέλια. Η εποχή του γέλιου! Πανάκεια για τη μουντή και απρόσωπη εποχή μας…

Εγώ… Εγώ δεν ξέρω. Η άγνοιά μου υποκλίνεται μπροστά σου! Δεν ξέρω τι περιμένω από τούτο το παράξενο καλοκαίρι. Θα μαζέψω τα ρούχα μου. Θα τα κλείσω σε ένα σακίδιο. Άδειες κρεμάστρες στην ντουλάπα. Θλιβερές εικόνες χωρίς προοπτική. Θέλω μόνο να βρω στο δρόμο μου ανθρώπους. Τούτο έψαχνα πάντα από την αρχή του ταξιδιού. Να μιλώ και να ακούω. Θαρρώ πως κάτι έχω καταφέρει. Μέσα σε ένα πλήθος απρόσωπο που πέρασα τη ζωή μου ξεχώρισα κάποιους συνοδοιπόρους που κράτησαν για λίγο τη βαλίτσα μου να ξεκουράσουν τα χέρια μου. Και είναι το ευχαριστώ λίγο! Μα για την ώρα έχω μόνο Ελπίζω πως όταν περάσω από τα χρόνια και κάνω ταμείο να έχω καταφέρει να πιστέψω πάλι στην καλοσύνη και στην αγάπη των ξένων. Να ξερες πόσο σημαντική είναι! Δεν έχει πιο όμορφη ανάμνηση ετούτη η ζωή… Για την άλλη δεν ξέρω…


Για τον σιωπηλό παππού μου!

Ο Μανόλης ήταν κωφός. Στην κατοχή ένας Γερμανός έβγαλε το άχτι του πάνω του. Με ένα δεξί ντιρέκτ κατάφερε να του σπάσει το τύμπανο και να του στερήσει τον ήχο για πάντα. Όταν τον έφεραν προξενιό στην Κλεάνθη, που είχε ήδη περάσει τα τριάντα και η ελπίδα να βρει άντρα ήταν πια ανύπαρκτη, φόρεσε ένα μαύρο κεφαλομάντηλο και είπε: «Δέχομαι».
Καλόκαρδος, ευγενικός και περιποιητικός καθώς ήταν με τα χρόνια την κέρδισε. Τα πρωινά την περίμενε το καφεδάκι στο σιδερένιο τραπέζι και ένα τραγούδι την καλημέριζε:
«Πάρε Μαριώ
πάρε Μαριώ τη ρόκα σου
κι έλα στο φράχτη, φράχτη
βάσανα που ‘ χει η αγάπη».
Το μόνο πρόβλημα παρέμενε η ακοή. Η Κλεάνθη έπρεπε να φωνάζει για να ακούει έστω τα μισά, γεγονός που πολλές φορές της προκαλούσε εκνευρισμό. Στη συνέχεια όμως, είχαν εφεύρει μια δική τους νοηματική, ιδιότυπη γλώσσα που αντιλαμβάνονταν μόνο αυτοί οι δύο.
Εμένα μου άρεσε εκείνη η σιωπή με τον παππού. Από τότε αγάπησα τις σιωπές. Εκείνες που οι άνθρωποι κοιτάζονται, δε μιλούν μα καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα μέσα στην απόλυτη ησυχία.
Καθόμασταν δίπλα στο τζάκι και σκαλίζαμε τη φωτιά. Καμιά φορά κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε. Συνένοχοι και οι δύο στα μυστικά και ψέματα που λέγαμε στον πατέρα για να γλιτώσω την τιμωρία. Ο παππούς συμπαραστάτης. Ακόμα και όταν άρχισα να καπνίζω εκείνος κρατούσε «τσίλιες» κι έδινε σήμα ένα δυνατό βήχα, ψεύτικο, όταν πλησίαζε ο πατέρας.
Κάποτε ένας γιατρός πρότεινε στον παππού να φορέσει γυαλιά με ενσωματωμένα ακουστικά που μόλις είχαν κυκλοφορήσει γιατί ο ίδιος δεν ήθελε εκείνο το ακουστικό που φαινόταν να προεξέχει από το αυτί.. Όλοι έγιναν πολύ χαρούμενοι που ο παππούς θα μπορούσε να ακούει χωρίς να φωνάζουν.
Όταν εμφανίστηκε με τα καινούρια του γυαλάκια η γιαγιά καμάρωνε. Μιλούσε χαμηλόφωνα, χωρίς τη νοηματική, κι έτσι μπορούσε να του πει και μυστικά χωρίς να ακούσει όλο το χωριό. Εκείνος σπάνια απαντούσε πια.
Κάποτε που μου έδωσε τα γυαλιά για να τα καθαρίσω, συνειδητοποίησα ότι το ακουστικό ήταν κλειστό. Του χαμογέλασα και κατάλαβε πως ανακάλυψα το μυστικό του. «Πολύ βουητό κάνει ο διάολος παιδί μου, και δεν ακούω ούτε αυτά που άκουγα. Μη με μαρτυρήσεις. Άσε να τους κάμω το χατίρι.»
Όταν πέθανε ήθελαν να του βάλουν και τα γυαλιά. Δεν τους άφησα. Βρήκα μια δικαιολογία. Προτίμησα να του βάλω το ψάθινο καπέλο που ήξερα ότι τον ενοχλούσε ο ήλιος. Δεν τον μαρτύρησα.
Τα κράτησα για να τα φοράω καμιά φορά και να μην ακούω αυτά που δε θέλω…

Νερό να πάρεις. Ιστορίες καθημερινής χαρμολύπης.» (εκδ. Γράφημα,  2021).

Λιλίκα Νάκου - Για μια καινούρια ζωή (απόσπασμα)


Η Βαρβάρα [καθηγήτρια] υπαγόρευε και κοίταζε έξω από το παράθυρο. […] Άξαφνα, βλέπει …τι βλέπει! Ω! έγκλημα φοβερό την ώρα του μαθήματος! Βλέπει […] τον Γιάννο, τελευταίο στο θρανίο δεξιά, που αντί να γράφει […] έφτιαχνε μια χάρτινη πεταλούδα με μεγάλη προσοχή! Ύστερα τον είδε με την ίδια προσοχή να βγάζει μια τρίχα κάτω από το πέτο του σακακιού του και να δένει στο μέσο τη ροζ χάρτινη πεταλούδα και να την στριφογυρίζει στα χέρια του σαν να’θελε να πετάξει και να ήτανε ζωντανή!
[…] Ο Γιάννος καθισμένος στο τελευταίο θρανίο έπαιζε πάντα στα χέρια του τη χάρτινή του πεταλούδα και δεν έβλεπε πως η κυρία Βαρβάρα τον κοίταζε.[…]
-Γιάννο, παιδί μου, γιατί δεν γράφεις;
Αλλά είναι αλήθεια πως ο Γιάννος σε όλα τα μαθήματα μένει τελευταίος και τα μηδενικά είναι ο συνηθισμένος αριθμός που παίρνει στον κατάλογο. Μα φταίει αυτός; Ακόμα και στις εκθέσεις δεν γράφει ποτέ για το θέμα που του δίνουνε, μόνο γράφει ό,τι του κατέβει! […]
-Γιάννο, του κάνει η Βαρβάρα, τούτη τη φορά θα σε πάω στο γραφείο! Έμαθα πως ο γυμνασιάρχης είναι έτοιμος να σε αποβάλει από το σχολείο, γιατί όλοι οι καθηγητές σου παραπονιούνται για σένα. Ήρθε μάλιστα η μητέρα σου στο γραφείο του γυμνασιάρχη και παρακαλούσε να μη σε αποβάλουν και έκλαιγε για σένα. Δε λυπάσαι, Γιάννο, τη μητέρα σου;
-Κυρία, απάντησε το παιδί βουρκωμένο, η μητέρα μου έτσι έχει το συνήθειο να κλαίει.
-Βλέπεις, λοιπόν, πόσο την κάνεις να υποφέρει;
-Μπα! Έτσι όλο κλαίει και ο πατέρας μου θυμώνει…
-Και τι δουλειά κάνει ο πατέρας σου, Γιάννο; […]
-Είναι υπάλληλος στη Δημαρχία.
-Κι έχεις κι άλλα αδέλφια;
-Είμαστε επτά παιδιά! Ο μεγαλύτερος δουλεύει στο ψωμάδικο του Τσίτα. Εγώ είμαι ο πιο μικρός.
-Και συ, Γιάννο, τι δουλειά θα κάνεις σαν μεγαλώσεις; Τον ρωτά με ενδιαφέρον η Βαρβάρα.
-Δεν ξέρω. Ο πατέρας μου θέλει να μπω στο εμπόριο, έχω έναν μπάρμπα στην Καλαμάτα που είναι λαδέμπορος. Είναι και νουνός μου, και θέλει, σαν μεγαλώσω να με πάρει κοντά του.
-Ώστε, σαν να λέμε …θα γίνεις έμπορος;
                Ο Γιάννος έμεινε σκεφτικός και δεν απάντησε. Η Βαρβάρα τότε του ξανάπε σιγά: «Και το λοιπόν; Από όλα τα επαγγέλματα έμπορος προτιμάς να γίνεις; Για πες μου εμένα, σαν τι σ’ αρέσει να κάνεις σαν μεγαλώσεις; Σ’ αρέσει η μουσική; Σ’ αρέσει να γίνεις τραγουδιστής, ή προτιμάς να γίνεις δάσκαλος, μάστορης, ξέρω γω…».
-Όχι, κυρία, τίποτα από όλα αυτά δεν μ΄ αρέσει να γίνω. […] εμένα μ’ αρέσει, κυρία, να φτιάχνω μόνο πεταλούδες! Χρωματιστές πεταλούδες, να τις βλέπω και να νομίζω πως πετάνε! Αυτό μου αρέσει και τίποτα άλλο, είπε ο Γιάννος σιγά, σαν ντροπιασμένος και με βουρκωμένα μάτια.



Το μυθιστόρημα της Λιλίκας Νάκου, Για μια καινούρια ζωή, Αθήνα, Δωρικός 1987.

Μάρκος Αυρήλιος - [απόσπασμα]


 

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Χάρης Μελιτάς - Το βλέμμα του αστακού

Ξεχείλιζε το θέρος στο νησί
η θάλασσα σπινθήριζε στο βάθος.
Στην παραλία πλήθος ετερόκλητο
πάλι καλά που βρήκαμε τραπέζι.
Ένα κορίτσι σαν το γάλα μες στις μύγες
παρέδωσε τη λίστα με τα ψάρια.
Σηκώθηκα να ρίξω μια ματιά.
Ευρύχωρο το μαγαζί, στους τοίχους
αρμένιζαν καράβια αραγμένα.
Και τότε πρόσεξα στο γυάλινο κουτί
το βλέμμα του αστακού που μου μιλούσε.
«Αυτόν», υπέδειξε ένα άγνωστο παχύδερμο
με ανοικτό πουκάμισο και δασωμένο στήθος.
Προβλέψιμο το τέλος της παράστασης
απ’ το περίοπτο γυαλί στην κατσαρόλα.
Χίλιες φορές τινάχτηκε ψηλά.
Χίλιες φορές σπαρτάρησε πριν φύγει.
 
Ο ήλιος κατηφόριζε στη θάλασσα.
Τρεμόσβηνε το βαλς των πιρουνιών
ήταν η ώρα η καλή των οδοντογλυφίδων.
Φόρεσα τα γυαλιά μην προδοθώ
πως έκρυβα στο βλέμμα μου βαθιά
το βλέμμα του αστακού, το ραγισμένο.
Εξαιρέσεις, Μανδραγόρας 2018.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Fyodor Dostoevsky - Υπόγειο

«Χα, χα, χα! Μα δεν υπάρχει ανεξαρτησία, θα μου πείτε γελώντας. Η επιστήμη μελέτησε πια τόσο καλά τον άνθρωπο, ώστε γνωρίζομε τώρα ότι η θέληση και το αυτεξούσιο, δεν είναι άλλο τίποτε από...». 

--Συγγνώμη, κύριοι, από κει ακριβώς ήθελα κι εγώ ν' αρχίσω.Σας ομολογώ μάλιστα  πως  φοβήθηκα. Ήθελα ακριβώς να φωνάξω πως η επιθυμία εξαρτάται -ο Θεός ξέρει από τι-, και πως είναι ίσως  προτιμότερο αυτό, μα σκέφτηκα την επιστήμη και στάθηκα. Αυτή  την  στιγμή  μιλήσατε. Γιατί βέβαια, αν ανακάλυπταν πραγματικά τον τύπο που έχουν όλες οι επιθυμίες μας και όλες οι  ιδιοτροπίες μας και μας εξηγούσαν από τι εξαρτώνται, ποιοι νόμοι τους διευθύνουν, πως  εξελίσσονται, προς ποιο σκοπό τείνουν στην τάδε ή την τάδε περίπτωση, τέλος ένα αληθινό μαθηματικό τύπο, ίσως τότε κι ο άνθρωπος θα έπαυε να επιθυμεί∙ είμαι μάλιστα βέβαιος πως θα έπαυε.  Γιατί, σκεφθείτε τι γλέντι! να επιθυμεί κατά διαταγή! Κι έπειτα, γιατί ο άνθρωπος θα γινόταν όμοιος με πλήκτρο αρμονίου ή κάτι απάνω κάτω τέτοιο; Γιατί ο άνθρωπος, χωρίς θέληση, χωρίς πόθους, δε θα 'ταν ίδιος με πλήκτρο, στην  άκρη  του  σωλήνα ενός αρμόνιου; Τι λέτε;  Ας εξετάσομε  τις  πιθανότητες : Μπορεί να γίνει αυτό ή όχι; 

«Χουμ!— κάνετε --οι  επιθυμίες  είναι τις περισσότερες  φορές λανθασμένες  γιατί έχομε  λανθασμένη ιδέα για τα συμφέροντά μας. Γι’ αυτό  συμβαίνει  να  επιθυμούμε  πράγματα  παράλογα, επειδή σαν κουτοί που είμαστε βλέπομε στον παραλογισμό αυτό τον πιο εύκολο δρόμο  να φτάξομε σ'  εκείνο που θαρρούμε πως θα μας ωφελήσει και  που το  έχομε  θέσει  σα  σκοπό. Λοιπόν όταν όλα θα εξηγηθούν και θα υπολογισθούν πάνω στο χαρτί πράγμα κατορθωτό, γιατί  είναι ντροπή και παράλογο να πιστεύομε «εκ των προτέρων» πως ο  άνθρωπος δεν θα  γνωρίσει  ποτέ μερικούς νόμους της φύσης)τότε χωρίς άλλο εκείνο που λέμε επιθυμίες δε θα υπάρχει πια. Αν  ποτέ η επιθυμία συμφωνήσει τέλεια με τη λογική, τότε θα κρίνομε και δε θα επιθυμούμε πράγματα παρ άλογα, να βαδίζομε με το έτσι θέλω ενάντια στη λογική,να ποθούμε κάτι το επιζήμιο. Κι επειδή όλες οι επιθυμίες και όλα τα συμπεράσματα μπορούν να προϋπολογιστούν αφού θ' ανακαλύψομε μια μέρα του ς νόμους του αυτεξούσιού μας, επομένως,— χωρίς αστεία --μπορούμε να φανταστούμε κάτι  σαν  ένα πίνακα  που θα βρίσκομε  σ'  αυτόν τι πρέπει  να διαλέξομε.  Παραδείγματος χάριν,  αν θέλαμε  να εξετάσομε και ν' αποδείξομε πως αν περιφρονώ κάποιον είναι γιατί έπρεπε να το κάνω μόνον κατ' α υτόν τον τρόπο, τι απομένει λοιπόν τότε από το αυτεξούσιό μου, προπάντων όταν είμαι μορφωμένος άν θρωπος κι έχω σπουδάσει μια οποιαδήποτε επιστήμη;Τότε θα μπορούσα να καθορίσω και τη  ζωή μου,τριάντα χρόνια πιο πριν. Με μια λέξη αν κανονιστούν όλα έτσι, δε θα μας έμενε τίποτε πια να κάνομε∙ θέλοντας και μη θα καταλαβαίναμε. Γενικά πρέπει να παραδεχτούμε πως μερικές φορές και σε μερικές περιπτώσεις, η φύση δε μας ζητεί την άδεια∙ πως πρέπει να την παίρνομε όπως είναι  κι όχι όπως τη θέλει η φαντασία μας∙ και πως αν θέλαμε πραγματικά ν' αποκτήσομε τον πίνακα και το ευρετήριο, μάλιστα, τι να κάνομε; ακόμα  και τον  άνθρωπο που  θα βγάνει ο  χημικός σωλήνας, πρέπει να τον παραδεχτούμε! Γιατί αλλιώτικα, η φύση θα μας κυριέψει και...». 

—Μάλιστα, μα να για μένα που είναι ο κόμπος! Κύριοι, συγγνώμη,  μα  ξεχάστηκα κι άρχισα  να  φιλοσοφώ∙ τι τα θέτε,έχω σαράντα χρόνια στο υπόγειο!  Επιτρέψετέ μου  λίγη φαντασία.  Βλέπετε : η  λογική, κύριοι, είναι εξαίρετο πράγμα, σύμφωνοι, μα η λογική είναι λογική μόνο,  και  ευχαριστεί  μόνο  το μυαλό του ανθρώπου, ενώ η  θέληση είναι όλη  η εκδήλωση της ζωής  με τη  λογική της  μαζί και μ'όλες τις σπαζοκεφαλιές της. Και μολονότι η ζωή μας δεν είναι συχνά περίφημη στην  εκδήλωσή της αυτή, όπως κι αν έχει, είναι η ζωή και όχι απλώς η  εξαγωγή  της τετραγωνικής  ρίζας.  Γιατί, εγώ παραδείγματος χάριν θέλω, φυσικά, να ζήσω για να ικανοποιήσω όλη τη ζωική μου  δυναμικότητα και όχι μόνο τη δυναμικότητα της λογικότητας που είναι το εικοστό απάνω κάτω  μέρος, όλης της ζωτικότητάς μου. Τι ξέρει η λογική; Η  λογική ξέρει μόνο  εκείνο που ο  χρόνος  την  έκανε να μάθει. 

Μετάφραση: Γιώργος Σημηριώτης

Κώστας Βάρναλης - Στην εξορία


Μας τα σιδεροδέσανε τα χέριακαι μας κλείσαν ολούθε μαλιχέρια.

Μας μετρήσανε, κάπου εξηνταριά,και μας ζυγιάσαν την ψυχή — βαριά!


Μουδιάσανε σφιχτόδετα καιρόχέρι δεξί με χέρι αριστερό.

Μουδιασμένο και τ’ άλλο μας, που εκράτειβαλίτσα ή δέμα για τον Αϊ-Στράτη.

Κατάχαμ’ Αρετή, Μυαλό και Νιάτα!
Τον κάλλιον ο χειρότερος επάτα…

Τυχερέ, κείνο τ’ άθλιο δειλινόσε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό.

Μεγάλα μάτι’ αστραφτερά, στητόςκι ατάραγος πάνου απ’ τη Μοίρ’ αυτός,


κοιτούσε την ερχόμενην ευδία.Συ νευρικός από την αηδία.

Μαζί μας, τελευταίοι, με το βαπόριπρεζάκηδες, αλάνια, λαθρεμπόροι.

Ξεπίτηδες, για να φανεί, πως ίσια
λογιούνται η Λευτεριά και τα χασίσια.

Μα το καλογεράκι απ’ τ’ Αγιονόρος,που πέταξε τα ράσα, ο θεοφόρος,

και το πιάσανε νύχτα στην Ομόνοια,ξουρισμένα μουστάκια και σαγόνια,


μαζί μας δεν το δέσανε. Βλακείανα πομπέψουν πατρίδα και θρησκεία!

Έτσι μας εφορτώσαν στο βαπόρι,τους πατριώτες οι πατριδεμπόροι.

Εξορία στο Λαό, χέρια δεμένα,
για νά ’ρθει ο Εξορισμένος απ’ τα ξένα,

να χωρίσει το Έθνος και να βάλειτη μια μεριά να πολεμάει την άλλη.
Ελεύθερος κόσμος, «Μέρο δεύτερο»

Ομάρ Καγιάμ - Δύο ποιήματα




24

Κλείσε τ ̓ αυτιά στον άστατο το χρόνο που καλπάζει,
πάρε ό,τι δίνει η Μοίρα σου, λησμόνα αυτό που τάζει
και, πίνοντας τους λιγοστούς χυμούς της ηδονής,
ό,τι περνάει ξέχασε, τι θάρθει μη σε νοιάζει.

42

Σαν άνεμος στην έρημο, σαν ποταμού νερά
χάνεται η κάθε μέρα μου στου Χρόνου τα φτερά.
Μα για το Χτες που πέρασε και τ' Αύριο που θάρθει
σκέψη καμμιά δε θόλωσε τη λίγη μου χαρά.

Ομάρ Καγιάμ (1048-1131)

Πηγή: Ομάρ Καγιάμ, Ρουμπαγιάτ, Μετάφραση: Π. Α. Χρονόπουλος, Αθήνα: Χ. και Ι. Καγιάφας 1953.

Κλειώ Βλαχάκη - Δύο διηγήματα

«Τα μπάνια του λαού» Μεσούντος του καλοκαιριού. Εδώ πάντα κρατάει παραπάνω. Άλλος κόσμος. Άλλος πλανήτης. Σε λίγο θα έχουμε τα «μπάνια του λ...