Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Ρίτσος -Ασφυξία


Στένεψε ό κύκλος φράξανε την τελευταία χαραμάδα  όλο όλο
με μικρό γνέψιμο του κεφαλιού να πεις ένα ναι ή ένα οχι, —
δεν ξέρεις ποιος άκουει, ποιος βλέπει. Τους νεκρούς τούς κουβαλήσαν
άλλους στο θέατρο ή στο μαρμαράδικο, λιγοστούς άλλους στο νεκροτομείο —
αν σε καλέσουν για αναγνώριση, «δεν ξέρω» λες — κι αλήθεια δεν ξέρεις –
όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο πρόσωπο — δικοί μας όλοι
τα ρούχα τους ανάκατα, σωρός, τρύπια απ’ τις σφαίρες, όμοια.
Ξάφνου εκείνες οι πλατιές χειρονομίες των σκοτωμένων στο μαρμάρινο τραπέζι,
και συ να κάνεις πώς δεν ξέρεις ποιός τραβάει τούς σπάγκους.


                                                                    Καρλόβασι. 16 VII 74

Ρωγμή (1974)

Γιάννης Ρίτσος - Χωρίς δικαίωση


Σ’ όλη του τη ζωή προσπάθησε, αγρύπνησε, ερεύνησε, εργάστηκε για να ετοιμάσει ένα μεγάλο ευχαριστώ. Και τώρα να μην έχει σε ποιόν να το πει.

Καρλόβασι. 20 VII 74 

Ρωγμή (1974)

Roberto Bolaño - 2666 (απόσπασμα)

 Οι υγιείς άνθρωποι αποφεύγουν τη συναναστροφή με τους αρρώστους. Ο κανόνας αυτός ισχύει σχεδόν για όλον τον κόσμο. Ο Χανς Ράιτερ ήταν εξαίρεση. Δεν φοβόταν τους υγιείς αλλά ούτε και τους αρρώστους. Δεν βαριόταν ποτέ. Ήταν πρόθυμος και είχε σε υψηλή εκτίμηση την έννοια της φιλίας, αυτή την τόσο αόριστη, την τόσο ελαστική, την τόσο παραμορφωμένη. Οι άρρωστοι, από την άλλη, πάντοτε είναι άτομα πιο ενδιαφέροντα από τους υγιείς. Τα λόγια των αρρώστων, ακόμα κι εκείνων που μπορούν μονάχα να ψελλίζουν, πάντα είναι πιο σημαντικά από τα λόγια των υγιών ανθρώπων. Εξάλλου, κάθε υγιές άτομο είναι ένας μέλλων ασθενής. Η έννοια του χρόνου, α, η έννοια του χρόνου που έχουν οι ασθενείς, τί θησαυρός κρυμμένος σε μια σπηλιά της ερήμου. Οι άρρωστοι, εξάλλου, δαγκώνουν στ' αλήθεια, ενώ τα υγιή άτομα κάνουν πώς δαγκώνουν αλλά στην πραγματικότητα μασάνε μόνο αέρα. Εξάλλου, εξάλλου, εξάλλου. 

Roberto Bolaño, 2666, μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος, Άγρα, Αθήνα 2023, σ. 859.

John William Godward - H Ερατώ και η λύρα της


 

Τόλης Νικηφόρου - δεν χορταίνουν


απ’ τα εφηβικά μου χρόνια
σ’ έχω ερωτευτεί, Ερατώ
και σου έχω αφιερώσει
οκτακόσια τόσα ποιήματα
τι άλλο θέλεις από μένα;

γράφε, είπε η κόρη του Δία
χορταίνουν ποτέ οι ερωτευμένοι;

Τόλης Νικηφόρου ( 1938 )

Πηγή: συστατικά στοιχεία του καπνού

Εκδόσεις: Μανδραγόρας- Αθήνα 2025

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2026

Επιστολή του Μ. Καραγάτση στον Νίκο Καββαδία

 Αδελφέ

Ήσουνα μακριά. Που ήσουν; Που ταξίδευες τόσα χρόνια; Σε ποιες θάλασσες έπλεγες, ποιους ουρανούς αντίκριζες; Τι σε δίδαξαν τα πορφυρά κύμματα, τα ματωμένα σύννεφα; Βρήκες τον κόσμο που ονειρευόσουνα; Κατάφερες να λησμονήσεις τον γαμημένο κόσμο που παράτησες; Και που εμείς -οι άλλοι- τον αγαπούμε, ακριβώς επειδή είναι ξεκωλιάρης;
Χρόνια σιωπής. Θυμόμουνα εκείνο που κάποτε είπε ο αδελφός σου: “Σκοπός είναι να έχεις ταλέντο ανθρώπου”. Κι απορούσα : Πως γίνεται ο άνθρωπος που ξεστόμισε αυτόν τον πάνσοφο λόγο, να χάσει το ανθρώπινο ταλέντο του; Χρόνια σιωπής. Κι έξαφνα, γράμμα από το Πόρτο-Φίνο, από το Κολόμπο, από την Αυστραλία. Οι θάλασσες ξαναπήραν το βαθυκύανο χρώμα τους; Ο ουρανός ξανάγινε γαλάζιος; Από ποιο μακρινό ταξίδι γυρίζει, πάλι, κοντά μας, ο χαμένος αδελφός;
Εσύ συναπάντησες παράξενους καιρούς στο μεταφυσικό ταξίδι σου. Εμένα, εφέτο μ’ έδειραν τα μελτέμια του Αιγαίου. Στη Μύκονο, στην ‘Αντρο. Κλεισμένος σε μια κάμαρα, πλάι στο κύμα, έγραφα την ιστορία της φυλής των Ελλήνων. Γαμημένη ιστορία ξεκωλιάρας φυλής. Είναι αφάνταστο πως κατέχουμε την τέχνη να κυλιόμαστε στο βούρκο και να περιπλανιόμαστε στ’ αστέρια. Σαράντα αιώνες, αυτό το βιολί. Περισσότεροι ναι, λιγότεροι όχι. Πως να τους ξεγράψεις, τους αφιλότιμους; Περί το δειλινό, στοχαζόμουν ξαπλωμένος, σε κάποια αμμουδιά. Δίπλα μου, μια γυναίκα που έλεγε στίχους του χαμένου αδελφού. Στίχους γαμημένους. Α! την έσκισε, ο μπινές, την θολή γραμμή των οριζόντων! Βούλιαξε στην θολούρα της μεταφυσικής, σαν ψαράκι στο νερό. Μαστούρωσε, ντερβίσης γίνηκε. Την ανθρωπότητα βάλθηκε να σιάξει κι αυτός. Τσιμέντο να χύσει στο μουνί της πουτάνας. Μπετό στη κωλοτρυπίδα της Γεωργίας της κουτσής. Δεν του έφταναν τα ποιήματα που έγραψε -ο κίναιδος- όταν ήταν λεύτερος να κάνει τέχνη την ανθρωπιά του. Αλλά πριν φύγει, μας τ’ άφησε να τα χαιρόμαστε. Τον ευχαριστούμε για την χαρά. Άτιμα πετράδια, για εμάς, τα ποιήματά του. Στολίζουν υπέροχα τον άδικο κόσμο μας. Τον κάνουνε να φαίνεται ωραίος. Τον κάνουν ωραίο. Στον άλλο -το δίκαιο- δεν έχει ποιήματα του αδελφού μου. Δεν έχει παρά ελπίδα δικαιοσύνης. Και ντερβισάδικα τροπάρια που υμνούν δύο μεγαλοφυή μουστάκια, απ’ όπου κρέμεται το αβέβαιο όραμα ενός μελλοντικού κόσμου, όπου όλοι οι άνθρωπο θα τρων -και θα χέζουν- τις ίδιες ακριβώς ποσότητες τροφίμων και ποιότητες σκατών.
Μέτρησε τις ρίζες της ψυχής σου, να δεις πόσο μακριά πηγαίνουν;
Ο Αδελφός σου Δημήτρης.

Πάνος Θασίτης - Τρία ποιήματα

«ΠΕΡΝΩ»

«Δεν θα περάσουν!…».
Κι όμως
οι φασίστες
πέρασαν.

Όμως αργά, με τον καιρό, τα παιδιά ξανάρχισαν
«No passeran, no passeran… ».
Τα βουβαμένα τύμπανα ξυπνούσαν στον αέρα.
Άναβαν πάλι στις στοές
μια-μια οι θρυμματισμένες λάμπες.
Τα φυτίλια ένα-ένα.

Κι οι πορθητές, με τον καιρό
σαπίσαν
και ταφήκαν
στη Μαδρίτη.

«Περνώ» λοιπόν señor καθίκι
δε σημαίνει μετακίνηση στο χώρο.

ΝΑΙ

Θεός να μας φυλάει -και τα παιδιά μας και τ’ αγγόνια μας-
Θεός να δίνει γνώση και στους άλλους. Είμαστε καλά, καλούτσικα,
πολλά δε γυρεύουμε -το φαγί μας, το σπιτάκι μας,
και κάτι στην άκρη για την κακιά την ώρα.
Σα μας χτυπούν την πόρτα, δεν ρωτάμε «δίκαιος η άνομος»
δίνουμε σ’ όλους αυτό που μπορούμε.
Τα παιδιά μας στο έθνος, τα κορίτσια στους όμοιους μας.
Πουλάμε στο συνηθισμένο κέρδος, πάμε πάντα με το νόμο.

-Έτσι η γαλήνη στέκεται στο σπιτικό μας.

Λέμε πάντα ναι -και στη φωτιά και στο νερό
στο μυλωνά και στον ξωμάχο.
Ναι στον άγιο, ναι στον διάβολο.
Ναι, κι όταν ναι δεν υπάρχει:
Είν’ η φωτιά που πέφτει πια
και μας εξολοθρεύει.

Β’
ΙΣΤΟΡΙΑ (1941 – )

Εχθροί -έτσι τους λέγαν άλλοι- πατήσανε τη χώρα
Λυπήθηκα πολύ. Όμως δεν τα ’βαψα και μαύρα.

Πρώτες αβέβαιες μέρες, το μαγαζί κλειστό
Μετά, όλα καθώς πριν κανονικά.
Αγόραζα-πουλούσα με λεφτά
και βέβαια το κέρδος-ΚΕΡΔΟΣ.

Το «Ελευθερία η θάνατος» -τι δίλημμα γελοίο!-
ουδόλως μ’ αφορούσε.
«Καίνε, σκοτώνουν, ξεριζώνουν», φωνάζανε τις νύχτες με χωνιά
Πρωί, το μαγαζί απείραχτο. Ψεύδη λοιπόν
ασύστολα κι αυτά.
Όμως κι αλήθεια αν ήταν -που δεν ήταν-
θα γίνανε αλλού και σ’ άλλους -που τ’ άξιζαν.

Έτσι ο καιρός ευχάριστά -σχεδόν- περνούσε.
«Σχεδόν»… Θα το παρέλειπα κι αυτό.
Αλλ’ όσο να πεις, υπήρξε κι ενοχλούσε κι απειλούσε
κείνο το μυστήριο συνοθύλευμα, το κινδυνώδες κι αλητήριο
εαμελασεπόν…
Τελικά, δε λέω, βγήκε κι αυτό απ’ τη μέση
-Ελλάς και Συμμαχία το γκρέμισαν εκ βάθρων-
Μα παρατρίχα να μας χέσει.

Τα ίδια, φυσικά, κι εν συνεχεία

«…ΕΛΕΕΙΝΟΝ ΘΕΑΤΡΟ…»
(α’ 1961-63, β’ 1974-76)

Γιάννης Ρίτσος -Ασφυξία

Στένεψε ό κύκλος φράξανε την τελευταία χαραμάδα  όλο όλο με μικρό γνέψιμο του κεφαλιού να πεις ένα ναι ή ένα οχι, — δεν ξέρεις ποιος άκουει,...