Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Lawrence Ferlinghett - [άτιτλο]



Λυπήσου το έθνος
που ο λαός του είναι πρόβατα
και οι ποιμένες του το παραπλανούν
Λυπήσου το έθνος
που οι ηγέτες του είναι ψεύτες
οι σοφοί του φιμώνονται
και οι μισαλλόδοξοι στοιχειώνουν τα ερτζιανά
Λυπήσου το έθνος
που δεν υψώνει τη φωνή του
παρά μόνο για να υμνήσει κατακτητές
να δοξάσει τον νταή ως ήρωα
και που στοχεύει να κυβερνήσει τον κόσμο
με τη βία και τα βασανιστήρια
Λυπήσου το έθνος
που δεν γνωρίζει
άλλη γλώσσα και κουλτούρα
πέρα από τη δική του
Λυπήσου το έθνος
που η ανάσα του είναι το χρήμα
και κοιμάται τον ύπνο των υπερβολικά χορτάτων
Λυπήσου το έθνος, ω λυπήσου τον λαό
που αφήνει τα δικαιώματά του να διαβρώνονται
και τις ελευθερίες του να ξεπλένονται
Πατρίδα μου, δάκρυα για σένα
γλυκιά χώρα της ελευθερίας!
Lawrence Ferlinghetti, 2007, μτφρ. Χ. Αγγελακόπουλος

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

Τζένη Μαστοράκη - Το ποτάμι


Στον Άρη Αλεξάνδρου

Το ποίημα παντοδύναμο
σαν μυθικός ποταμός
γενάτο
με τα φυσεκλίκια σταυρωτά
κατεβαίνει κορνάροντας
και λιγώνει τις αγαπητικές
Κι ο ποιητής
που ερωτεύτηκες στα δεκαοχτώ σου
δεν υπάρχει πια,
γιατί υπάρχω θα πει
έχω σπίτι στην Κυψέλη
πού θα πάτε το Σαββατοκύριακο
ή από δω η κυρία μου.
Κάτι τύποι ψηλά στις εξέδρες
κάνουνε κόλπα με χρωματιστά μαντίλια
όπως παλιά οι κομπογιαννίτες
με το κάρο
σου βγάζαν το γερό σου δόντι
μ’ ένα τάλιρο.

Πηγή: Το σόι, Κέδρος 1990.

Θωμάς Τσαλαπάτης -Η ενδιάμεση γενιά


Ηρθε λοιπόν η ώρα να συντάξω ένα άρθρο για τη γενιά μου. Την ενδιάμεση αυτή γενιά ανάμεσα σε ένα παρελθόν που δεν έχει παρέλθει και ένα μέλλον που είναι κιόλας εδώ. Είμαστε η ενδιάμεση γενιά. Μια γενιά μετέωρη ανάμεσα σε παραδομένους κοινούς τόπους και απότομες αλλαγές. Μέσα στον μετεωρισμό αυτό συνορεύουμε διαρκώς και ταυτόχρονα με διαφορετικές βεβαιότητες, διαφορετικά αυτονόητα. Τόσο που τελικά δεν ανήκουμε πουθενά.
Μεγαλώσαμε χωρίς οθόνες και κινητά. Παρ’ όλα αυτά η σημερινή συνθήκη δεν μας είναι ξένη. Στα χρόνια του σχολείου όλο και κάποιος φίλος θα είχε κάποιο pc το οποίο θα προσπαθούσαμε να χειριστούμε τα Σαββατοκύριακα. Με τις αργές αυτές συνδέσεις με τους περίεργους ήχους, που για να κατεβάσεις ένα άλμπουμ πέρναγαν είκοσι ώρες. Η χιονοστιβάδα της οθόνης δεν μας είναι ξένη. Και όμως θυμόμαστε πώς ήταν και χωρίς αυτή. Χωρίς τη διαρκή παρουσία που σου επιβάλλουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τα κινητά.
Μεγαλώσαμε, άλλοι λιγότερο και άλλοι περισσότερο, σε ένα περιβάλλον και μια εποχή ανεξέταστα σεξιστική και ομοφοβική. Τα αστεία μας, οι κρίσεις μας, οι απευθύνσεις μας ήταν ποτισμένες με αυτά. Και μάθαμε σιγά σιγά μεγαλώνοντας να αποκρυπτογραφούμε και να ξηλώνουμε, μετανιώνοντας για προηγούμενες συμπεριφορές και προηγούμενα αυτονόητα. Νιώθαμε τι σημαίνει να εξελίσσεσαι προς μια νέα κατεύθυνση, προς ένα σημείο που διαρκώς προσπαθούμε να προσεγγίσουμε, μα δεν γνωρίζουμε πόσο κοντά είμαστε στο να το φτάσουμε.
Δεν προλάβαμε τις αλάνες (ακόμα και η λέξη μάς φέρνει κούραση, μια και ανακαλεί όλες τις ιστορίες των γηραιότερων), ούτε όμως την απολυτότητα του οργανωμένου και περιφραγμένου αθλητισμού. Μια πόλη-ρημάδι που αντικαταστάθηκε με μια πόλη οργανωμένου χάους.
Προλάβαμε την Αριστερά ως ένα αφηρημένο ιδανικό που όλοι τη σέβονταν ως κάτι περιθωριακό αλλά έντιμο, έτσι ώστε να μην τους ενοχλεί. Και μετά όταν την είδαμε να ενοχλεί, την είδαμε και να αποτυγχάνει. Με όλους εκείνους που κάποτε τη «σέβονταν» τώρα να στρέφονται εναντίον της με ζήλο μετεμφυλιακού χωροφύλακα.
Ακόμα περισσότερο είμαστε αυτοί που λίγο ώς πολύ μεγάλωσαν με την ασφάλεια ενός ελεγχόμενου μέλλοντος. Με αυτά τα «έχει ο Θεός» στις πιο λαϊκές οικογένειες και αυτά τα «τελείωσε τη σχολή και κάτι θα βρεις» στις πιο μικρομεσαίες. Και όταν βγήκαμε στην αγορά εργασίας, το μόνο που βρήκαμε ήταν η κρίση και μια έκτακτη ανάγκη που μας μετέτρεψε σε μετανάστες, εξειδικευμένους άνεργους, γερασμένους από την κούραση νεολαίους.
Προλάβαμε πολλούς και σημαντικούς. Αλλά τους είδαμε στις συναυλίες γερασμένους, να αλλάζουν απόψεις ή να είναι ήδη αλλαγμένοι στη φάση της αναίρεσης όλων όσων τους είχαν φέρει στο μέγεθός τους. Και στην τελική σούμα συγκινηθήκαμε πιο πολύ από κηδείες και θανάτους παρά από την κυκλοφορία ενός νέου δίσκου, την έκδοση ενός νέου βιβλίου.
Είμαστε η ενδιάμεση γενιά. Δύσκολα μπορούμε να προσαρμοστούμε στις νέες απαιτήσεις και ακόμα πιο δύσκολα να περιοριστούμε στην αναπόληση, στην απόλυτη ρομαντικοποίηση ενός παρελθόντος που όλα έμοιαζαν σωστά. Στριμωγμένοι ανάμεσα σε μια γενιά που πλήγωσε ανεπανόρθωτα με τον ναρκισσισμό και την εγωπάθειά της και σε μια γενιά που σχεδόν δεν καταλαβαίνουμε. Δεν προλάβαμε να ανήκουμε στο παλιό και μαζί δεν προλάβαμε να γίνουμε μέρος του καινούργιου. Ο χρόνος αποδείχτηκε πιο γρήγορος από εμάς και μεις κάπως μπλεχτήκαμε ανάμεσα σε δύο βήματά του.
Αυτή η αίσθηση του να μην ανήκεις. Αυτή είναι το καταφύγιό μας. Και έτσι, απόμακροι, χωρίς δικαίωση, μπορούμε να παρατηρούμε. Να κρίνουμε χωρίς να εμπλεκόμαστε, αλλά μαζί συμμετέχοντας. Κομμάτι ενός συνόλου και μαζί θεατές του. Αυτή η έλλειψη είναι το μόνο μας εφόδιο. Και αν κάτι κάνουμε, ξεκινάει πάντοτε από αυτό.
Μια ενδιάμεση γενιά, μια φράση που ακόμα και αν βρίσκεται σε παρένθεση αναζητά διαρκώς το περιεχόμενό της.

Η εφημερίδα των συντακτών, 02.11.25

Πηγή: https://www.efsyn.gr/nisides/anohyroti-poli/489584_i-endiamesi-genia

Γιάννης Τζανετάκης - Πού πήγαν

 Να ΄μαι λοιπόν σαράντα
όσος της Αναλήψεως τα κύματα.
Δεν πρόσεξα και έμπασα νερά.
Α πώς κουνάει η θάλασσα χωρίς
το χέρι σου, όπως τότε να με πιάνει
πώς νύχτωσε έτσι απότομα, που πήγαν
δάσκαλοι και συμμαθητές
λάμπουνε κάτω κοιμητήριο οι σταυροί
των Φώτων που χαθήκαν στο λιμάνι.

Βίος βαθύς, Κέδρος 2004.

Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Νικηφόρος Βρεττάκος - Το βιβλίο μου


Το σώμα μου είναι τούτο το βιβλίο. 
Δεν τίναξα απ ̓ αυτό παρά το χώμα. 
Κι' όποιος το εγγίζει, εγγίζει μου το σώμα. 
Το σώμα μου είναι τούτο το βιβλίο
 που τόντυσα μ ̓ ένα άϋλο ύλης στρώμα, 
για ν ̓ αντιστεί στο θάνατο τον κρύο. 
Το σώμα μου είναι τούτο το βιβλίο. 
Λάβετε, φάγετε, άβυσσοι, ώρες, χώμα.

Κάτω από σκιές και φώτα, Ποίηση, τ. Α', Τα τρία φύλλα, 1999.

Αργύρης Χιόνης - Ο φονιάς


Ο φονιάς ξυπνά την ώρα που κοιμάται ο ήλιος.
Στο φως της λάμπας ετοιμάζει τα φρικτά του σύνεργα
και ξεκινά για το αιματηρό του νυχτοκάματο.

Δύσκολη όμως έχει γίνει του φονιά η δουλειά·
αυξήθηκε ο ηλεκτροφωτισμός στις πόλεις
ούτε μια σκοτεινή αλέα πια δεν βρίσκει·
κάτω από γέφυρες, μέσα σε βρομερά χαντάκια ελλοχεύει
και του σκουριάζει η υγρασία τις αρθρώσεις,
τρέμουν τα χέρια του και νιώθει το μαχαίρι
του καιρού στην πλάτη του και στα νεφρά του.

Όμως αυτό που πιο πολύ τσακίζει τον φονιά
είναι η απάθεια των θυμάτων του·
όσο περνούν τα χρόνια, τόσο πιο λίγο του αντιστέκονται,
τόσο πιο έτοιμα είναι να πεθάνουν.

Με φρίκη διαπιστώνει ο φονιάς ότι, σε λίγο,
θα σκοτώνει μόνο πεθαμένους.

Αργύρης Χιόνης, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, 2010

Paul Cezanne, Still Life, 1890


 

Lawrence Ferlinghett - [άτιτλο]

Λυπήσου το έθνος που ο λαός του είναι πρόβατα και οι ποιμένες του το παραπλανούν Λυπήσου το έθνος που οι ηγέτες του είναι ψεύτες οι σοφοί τ...