Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026

Γιάννης Τζώρτζης - Ποιήματα

 ΛΑΜΠΕΙ ΠΑΝΤΟΥ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΜΟΥ

Ένα κομμάτι κίτρινου ουρανού
και το σκυλί που ξενυχτά στα πόδια μου.
Φεύγεις εσύ ανεβασμένη στο χιλιόμετρο
χωρίς όνομα, χωρίς γένος.
Τις νύχτες, με την απόσταση στο στήθος μου,
γυρίζω τον τροχό έρμαιος της ομίχλης.
(Μου παραστέκει ο Αρχάγγελος)
Περιμένοντας το ξημέρωμα, ομνύοντας στο φως
οσμίζομαι τον αέρα
τη μουσική της πέτρας και του μέταλλου
που με τυλίγει.
*
Νύχτα είσαι, γερμένη στον τοίχο μου
Ο τοίχος σφίγγει, στο μέτωπό σου τελειώνει
Φουρτουνιασμένη μέσα σου ακούς το εγκώμιο:
"Οι ζώντες ζώντες και οι τεθνεώτες
ουράνιο κέντημα"
Δεν είμαι εδώ, Μητέρα, πώς ξέρεις τη νύχτα
Σαν παιδική κατάρα επιμένεις να τρέχεις
Εξαίσια καις ό,τι κι αν κάνεις
Ακουμπισμένη στον τοίχο, χαμένη
Σ' εκείνο το πελώριο γαλάζιο προσευχήσου.
*
Με το τελευταίο σου χαρτί κερδίζεις την αιωνιότητα: Η
Αγία Ταβιθά δεν είχε άλλο εφόδιο στη ζωή της από μια
σκέτη βελόνα. Χωρίς περιστροφές αφέθηκε σ' έναν λευ-
κοχείμονα έρωτα να γλιτώσει τα δύσκολα βράδια. Πολλές
φορές κατέβηκε ως το θάνατο, που είναι απότομος και
κρύος, μα δεν ήταν ακόμη έτοιμη να πεθάνει. Έζησε πε-
ρήφανα τις λαμπερές στιγμές της ζωής της, τα μεγάλα
πράγματα, τον εαυτό της· δε χρειάστηκε ποτέ τίποτα κι
έτσι ποτέ δεν της έλειψε τίποτα. Ένα βράδυ, έσυρε το
σκοτεινό θάνατο πάνω της, χάθηκε στην πόλη της αξη-
μέρωτης νύχτας.
"Ταβιθά, ανάστηθι!" ήταν η προσταγή του Αφέντη της,
και δεν ήταν παρά ο αντίλαλος της ίδιας της ζωής της.
*
Μακριά απ' τον τοίχο που κρατά ζεστό
το τελευταίο πρόσωπο της φλόγας,
Το ξύλινο σκυλί στα πόδια σου, κοντά στον πάγο:
Έτσι μετράς τα κόκαλα της νύχτας.
Μακριά απ' τον τοίχο που κρατά ζεστό
το τελευταίο πρόσωπο της φλόγας,
Τα μαύρα δέντρα γδέρνουν πάνω μου
την ιαχή του αυτοκράτορα:
Ο Γολγοθάς των πόλεων που καρτερά
τη στέψη.
Μπροστά σου, Άρχοντα, δεν έχω τίποτα·
Κι ο θάνατος γυρεύει τάφους.
*
Ήρθε αυτή τη νύχτα
Ακούμπησε το πρόσωπό μου
Κι έπειτα γλίστρησε στον τοίχο.
Νόμισα πως είδα τον Θεό
Δεν είδα τον Θεό -
Ήταν μόνο ο βλάσφημος ύπνος.
*
Κι όμως Κύριε, δεν έχω παρά μόνο αυτό
το σκοτάδι που με γλιτώνει
Και τα πόδια μου δε θα 'ναι πάντα τόσο
δυνατά να με πηγαίνουν
Κι όταν γυρίζω τα βράδια στο σπίτι
Ο άνεμος μόνο μιλάει στους τοίχους
Ο αδερφός μου
Που κλαίει το χάλασμα της νύχτας
Το πρωί πρέπει πάντα να φεύγω.
*
Απ' το τυφλό σκοτάδι του οράματος υποβρυχώμαι το θά-
νατο: Είναι μήνας Ιούλιος και το χιόνι της Ιρλανδίας μία
επώδυνη ανάμνηση. Ο ήλιος σπαράζει τα ονόματα, ο άνε-
μος τη σιωπή των πεδιάδων και των ήσυχων λόφων. Κι
έρχεται πάλι η ώρα να κατεβούμε στη θάλασσα. Εδώ δεν
υπάρχει ζωντανό πλάσμα να τολμήσει το λόγο. Μα ούτε
κι ο λόγος ανοίγει το τρομαγμένο του κεφάλι εδώ. Μόνο
κοιτάζοντας τα ψηλωμένα σύννεφα ανεβαίνει ο σκοτεινός
βυθός και σε τραβάει. Μαζί του χορεύουν ως το θάνατο
τα φονικά ταράγματα του ύπνου. Τώρα ο βυθός κανοναρχεί
και λάμπει. Ο χρόνος πλέον δεν είναι τίποτα· τον υποτάσ-
σει ανοίγοντας το στήθος.
Όπου σταματάς για μια νύχτα, εκεί περνάς ολόκληρη
ζωή.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΖΩΡΤΖΗΣ
Ο ΥΠΝΟΣ ΤΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΡΑΤΩ
ΜΑΡΤΙΟΣ 1989

Αντλήθηκε απ' το προφίλ του Γιώργου Αλπογιάννη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Αργύρης Χιόνης, "Ο ακίνητος δρομέας"

Από την ενότητα ΑΘΛΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΣ Ο ΔΡΟΜΕΑΣ που τρέχει μόνος και διανύει μεγάλες αποστάσεις δίχως κοινό και δίχως αντιπάλους. Είναι θ...