Όταν αργά αποσύρεται η μέρα
δεν μετακινείται απλώς ένα ορόσημο,
αλλά το καρφί το μπηγμένο στον τοίχο
περνά σκοτεινό στην ψυχή σου.
Χωρίς να το καταλάβεις ν’ αντισταθείς στον κίνδυνο που σ’ απειλεί,
ενδίδεις.
Η δύναμή σου ένα τσόφλι που κλυδωνίζεται
από μια δίνη κρυφή.
Ποιον να φωνάξεις, ποιος να σε λυπηθεί,
έτσι όπως απόμεινες, μόνος, ανυπεράσπιστος;
Πού είναι τα πράγματα, που λίγο πιο πριν
σ’ εγκαρδιώναν με τη ζωή;
Εδώ ήταν η κάμαρη, στη μέση ξύλινο τραπέζι,
το παράθυρο έβλεπε στον δρόμο, απέναντι τα βουνά
κολυμπούσαν γαλάζια.
Έβγαινες κάθε τόσο και τα σεργιανούσες.
Από κάτω φωνές, σαν μια κυψέλη από σπουργίτια.
Πίνοντας τον απογευματινό σου καφέ κάτω από μνήμες καλοκαιρινές
σε περιτριγυρίζουν απόηχοι μακρινοί. «Κλειώ, Κυάνη, Ελένη» θα ’θελες να φωνάξεις.
Τίποτε δε σας άγγισε. Τα μάτια σας φωτεινά σαν την πρώτη μέρα του κόσμου.
Ξέρω· το πρωί η αύρα θα ξεπλύνει τα μάτια μου
το καρφί θα πέσει απ’ τον τοίχο και οι φίλοι μου θά ’ρθουν:
Χελιδόνια, βρύσες της λησμονιάς, κελαρύσματα,
η γωνιά τ’ αντικρινού σπιτιού, κομμένη λοξά απ’ το φως,
η ανεξάντλητη μέρα.
Από τη συλλογή Το ξύλινο πουλί (1960) του Γιώργου Στογιαννίδη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου