Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026

«ΘΑΡΡΟΣ» 13 Απριλίου 1948: Σανατόριο «Προφήτης Ηλίας» – Εκεί που φωνάζει ο ανθρώπινος πόνος

 Σε λίγη απόσταση έξω από την πόλη μας και σε θέση αρκετά θεαματική, καθώς τα μάτια αναζητούν την απεραντωσύνη, αγκαλιάζουν το Σανατόριο του Προφήτη Ηλία.
Ασφαλώς ελάχιστες φορές θα πέρασε από το μυαλό σας κάποια σκέψη συμπόνοιας ή έστω απλός αναλογισμός της ζωής των ανθρώπων εκείνων που τόσο άστοργα έχουν ριχθή από την κοινωνία σ’ αυτή τη θέση της απομονώσεως. Ωστόσο, αυτές οι θλιμμένες υπάρξεις παρουσιάζουν αρκετό ενδιαφέρον, σαν μάρτυρες της πιο σκληρής κοινωνικής αρρώστειας, σαν θύματα της πιο καταστρεφτικής θύελλας που ενδημεί μέσα στην κοινωνία. Αλλά είναι άξια προσοχής η προσπάθεια που καταβάλλεται για χάρη αυτών των ανθρώπων από κάποιους άλλους, είτε γιατρούς είτε νοσοκόμους, που έχουν τάξει τους εαυτούς των μάρτυρες της ανθρώπινης οδύνης, του ανθρώπινου πόνου.
Η σκέψη μάλιστα, πως περνάμε μια δύσκολη περίοδο, σαν αποτέλεσμα της μεταπολεμικής κρίσεως, μας κάνει μέσα στο μυαλό περισσότερο το θαυμασμό, για να μην ειπώ και πιο βαθύτερο το συναίσθημα, για τις προσπάθειες που καταβάλλονται για ανακούφιση του ανθρώπινου πόνου.
Ανεβαίνοντας τον ανήφορο για το Σανατόριο, ήμουν αιχμάλωτος σκέψεων για την κοινωνική μας κατάντια, για τον ανθρώπινο πόνο, για το δυσκολογιάτρευτο της «αρχονταρρώστειας» της φυματιώσεως. Ακόμη σκεφτόμουνα δειλά αν τάχα όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που ζούνε στην πολιτεία είναι υγιέστατοι και ακίνδυνοι, μιας και έχουν κλεισθή στο Σανατόριο όλοι οι άρρωστοι φυματικοί… Βγήκα σ’ ένα συμπέρασμα από όπου ξεχύθηκε μέσα μου μια συμπόνοια, πρώτα για τους αρρώστους του «Προφήτη», που θα ‘βλεπα σε λίγο από κοντά, κι ύστερα μια βαθύτερη για τους ανθρώπους της πόλεως που ζούνε μέσα στην απόλυτη αισιοδοξία, χωρίς να λαβαίνουν στα υπόψη τους τους παντοειδείς κινδύνους της υγείας τους που διατρέχουν από άλλους αρρώστους, από χίλιες αρρώστειες και από την αρχονταρρώστεια, που ανύποπτοι και χωρίς να το ξέρουν και οι ίδιοι, γυρίζουν μέσα στην πολιτεία, μπαίνουν στα ίδια καταστήματα, πίνουν στα ίδια ποτήρια, κυκλοφορούν με τα ίδια αυτοκίνητα, ζουν μαζί…
Απόκοντα ήρθαν στο μυαλό μου οι γιγαντιαίες προσπάθειες της γενναίας επιστήμης, προσπάθειες που αποβλέπουν στη σωτηρία των ανθρώπων από τις μάστιγες των ασθενειών, κι από την πιο φοβερή αρρώστεια, τη φυματίωση, την «αγιάτρευτη φθίση» που λέει ο λαός. Διατράνωσα μέσα μου τη σκέψη και την πεποίθηση για μιαν ολοκλήρωση του θριάμβου της επιστήμης, στην κατανίκηση όλων των ασθενειών, στην απαλλαγή των ανθρώπων απ’ αυτές. Και δάκρυσα.
***
Επί τέλους φθάσαμε. Στη βρύση σταμάτησεν ο αμαξάς:
-Φθάσαμε, κατεβήτε, μου λέει.
Κατέβηκα συγκινημένος και προχώρησα προς το Σανατόριο που τόχα κιόλας μπροστά μου όπως είναι πραγματικά κι όχι όπως εμφανίζεται από μακρυά στα μάτια του διαβάτη. Βάδισα παράπλευρα κι έφθασα στην πόρτα. Πάνω από τα παράθυρα με κυττούσαν αρρωστημένα πρόσωπα λέγοντας μεταξύ τους:
-Άρρωστος είναι, τάχα;
Βρίσκομαι μπροστά στην πόρτα με την επιγραφή: «Φθισιατρείον «Προφήτης Ηλίας».
Μπαίνοντας μέσα, δρασκελίζοντας αυτή την πόρτα, σου φαίνεται πως κλείνεσαι αιχμάλωτος μέσα σ’ έναν άλλον κόσμο, σ’ έναν κόσμο ανθρώπων που λικνίζονται ανάμεσα σε ζωή και σε θάνατο, σ’ έναν κόσμο ανθρώπων που κάθε μέρα λυώνουν, υποκύπτουν στο λυσσαλέο αγώνα του μικροβίου εναντίον των.
Μας δίνεται ωστόσο η εντύπωσις πως εδώ υπάρχουν πλάι στους πάσχοντες και οι άνθρωποι που δίνουν την ανακούφιση στον κόσμο των θλιμμένων, στην υποφέρουσα μερίδα της πλάσεως από κάποια κοινωνική κακοτυχία. Είναι πρώτ’ απ’ όλους ο προϊστάμενος του Σανανατορίου, ο Μπαρμπαριστομένης, ένας γέρος πάνω από 70, επιβλητικός και εισακουστός προϊστάμενος, που μ’ όλη την «κλειστή» έκφρασή του είναι ωστόσο ο καλοκάγαθος που βρίσκεται πάντοτε ανάμεσα στους ασθενείς και που τους παρακολουθεί και τους παρέχει ό,τι του ζητήσουν.
Ύστερα, είναι οι αδελφές. Ολοκληρωτικά δοσμένες στην υπηρεσία της πάσχουσας μερίδας, με τις άσπρες ποδιές τους, με το χαμόγελο πάντα στα χείλη τους και με την προθυμία πάντα να δώσουν τη δυνατή ανακούφιση στους ασθενείς, σε όλα όσα μπορούν, οι αδελφές Ευγενία, Μαρία, Πότα και Μαρίτσα.
Αφήνουμε αριστερά μας την εκκλησούλα του Προφήτη. Είναι μια μικρή αλλά χαριτωμένη εκκλησία, με φτωχές αλλά ζωντανές εικόνες και τοιχογραφίες, που πάνω τους έχει θέσει την σφραγίδα του ο άσπλαχνος χρόνος κι έχει επιφέρει το πάλιωμα, το θόλωμα, και το αργό σβύσιμο των προσώπων, που ωστόσο, δεν εμποδίζει στον πιστό κι ευλαβικό προσκυνητή να νοιώση την ψυχική επαφή με τον Δημιουργό. Εκεί και οι άρρωστοι καλούνται κάπου – κάπου να υψώσουν τας δεήσεις σωτηρίας προς τον Ύψιστο. Και νοιώθουν πιο βαθειά τότε την σμικρότητα του ανθρώπινου σαρκίου, μπροστά στο μεγαλείο του Θεού.
Ανεβαίνουμε τη σκάλα και βρισκόμαστε κιόλας δίπλα στους ανθρώπους των βασάνων. Τέσσερες πόρτες, η μία κατόπιν της άλλης, είναι μπροστά στα μάτια μας, έτοιμες ν’ ανοιχθούν και να μας φανερώσουν ό,τι κρύβουν, την ανθρώπινη οδύνη.
Μπαίνουμε στον πρώτο θάλαμο. Βλέπουμε ευθύς ό,τι περιμέναμε. Πρώτη εντύπωση από μια γωνία φυματικών. Ένα νεαρώτατο παλληκάρι στη γωνία, δεκαοχτώ πάνω – κάτω χρόνων, με χέρια κόκκαλα μονάχα και με βαρειά δύσκολη αναπνοή, μας τραβάει την προσοχή. Είναι ένας πρώην μαθητής του γυμνασίου που, ας το πούμε ορθά, έχασε κάθε ελπίδα ζωής.
Α! Ανάνθιστη νιότη! Κορμιά που δεν εζήσατε, δε χαρήκατε, δεν ενοιώσατε ζωή… Τάχα, σε ποίας κοινωνικής αδικίας το βωμό προσφερθήκατε θυσία, ποιου εγκλήματος, ενώπιον των ανθρώπων, είσθε υπαίτιοι και πληρώνετε την τιμωρία; Και έτσι τώρα φθίνετε, λυώνετε, χαροπαλεύετε, κατατρώγεσθε από το σαράκι της χειρότερης αρρώστειας, της φυματιώσεως.
Παρέκει άλλο κρεββάτι, ένα γέροντας γύρω τα εβδομήντα περασμένα χρόνια! Χαροπάλεμα γύρω στο δείλι…
-Τούτες τις ημέρες κάνει συνεχώς αιμοπτύσεις, μας εξηγεί ο Μπαρμπαριστομένης. Προ καιρού έρριξε 30 φιαλίδια στρεπτομυκίνης, αλλά ματαίως.
-Έζησε και γέρασε, κυρ- Αριστομένη. Το ψωμί του τόφαγε, όπως λένε. Δεν είναι τόσο τρομερό, όσο άλλες περιπτώσεις. Η νιότη που φθίνει…
Μας κυττάζουν βουβά. Δεν μιλούν. Είναι αυστηρά κλεισμένοι στον εαυτό τους. Ζουν μεσ’ στο πέλαγος της οδύνης τους και βλέπουν τους επισκέπτες με κάποιαν αδιαφορία που πηγάζει από τη σκέψη: – Τάχα, τι μπορούν να κάμουν αυτοί για μένα; Μπορούν να μου διώξουν τον πόνο; Μπορούν να με κάνουν καλά, σαν κι αυτούς; Όχι! Μόνο μου μεγαλώνουν την οδύνη ξυπνώντας μέσα μου την ενστιχτώδικη επιθυμία, γιατί κι εγώ να μην είμαι σαν αυτούς;
Γι’ αυτό κυττάν αμίλητα, θλιμμένα, αδιάφορα, κλεισμένοι στον εαυτό τους. Θα μπορούσαμε να ρωτήσωμε χίλια δυο πράγματα, να τους πούμε κάτι, να ξυπνήσουμε μέσα τους τη ναρκωμένη ελπίδα. Μα, δυστυχώς. Πόρτες κλειστές…
***
Μπαίνοντας στον άλλο θάλαμο έχουμε μία διαφορετική εντύπωση. Εδώ είναι η ξεγνοιασιά. Μέχρι κι ο παππούς των 75 χρόνων είναι ολότελα πρόσχαρος, χαριεντίζεται με τους άλλους. Εδώ οι άρρωστοι είναι κάπως καλύτερα. Δύο από αυτούς κάνουν πνευμοθώρακα με την πεποίθηση πως θα γίνουν καλά. Ωστόσο υπάρχει κι εδώ μία δυνατή δόση απαισιοδοξίας, που ενώ δεν πηγάζει από την κατάσταση του αρρώστου, εν τούτοις φωληάζει μες στην ψυχή του. Είναι το νεανικό αίσθημα αφ’ ενός κι αφ’ ετέρου είναι το αίσθημα της μη εκπληρώσεως των οικογενειακών κοινωνικών υποχρεώσεων των αρρώστων.
Ένας ασθενής, νέος γύρω στα 27, για πολλήν ώρα κύτταζε νοσταλγικά τη φωτογραφία του παιδιού του, ένα μικρό αγγελούδι μόλις 4 χρόνων, που είναι ντυμένο τσολιάς στην εθνική γιορτή. Το κυττάζει με μια έκφραση πόνου αλλά και μιας ικανοποιήσεως γιατί η στοργική μαμά του το φροντίζει…
-Ελάχιστες είναι πια, μας λέει, οι ελπίδες της σωτηρίας μου. Έβγαλα αίμα αρκετό, έχω οπωσδήποτε πλέον των δύο φυματιωδών σπηλαίων, πνευμοθώρακας δεν συντελεί τώρα πια, σε τίποτα…
Για να σπάζη η μονοτονία της ζωής τους, οι άρρωστοι αυτοί κάνουν αρκετό κουτσομπολιό. Μια μέρα, καθώς μας εδιηγήθη κάποιος, προσπαθούσαν να… κρεμάσουν έναν ντενεκέ στην ουρά του σκύλου της αδελφής Ευγενίας! Το κουτσομπολιό δίνει και παίρνει τις βραδινές ώρες μέχρι να κοιμηθούν. Όταν κάμη λιακάδα κατεβαίνουν στο προαύλιο. Κάθονται γύρω σ’ ένα τραπεζάκι και παίζουν χαρτιά ή τάβλι. Εκεί τους κάνει παρέα, σχεδόν πάντοτε, κι ο προϊστάμενος. Άλλοτε πάλι, καθώς μας λένε, διηγούνται με τη σειρά παραμυθάκια κι ιστορίες. Ο αγαθός προϊστάμενος συχνά, παρέα με τους άρρωστους, τους κάνει και ηθικοθρησκευτική διδασκαλία και τους δίνει να πιουν από το δροσιστικό νερό της βρύσης της πίστεως, την ελπίδα.
*******************
Ένας από τους ανθρώπους του θαλάμου αυτού, μου έκανε εξαιρετική εντύπωση από την ιστορία της ζωής και της αρρώστειάς του που μου διηγήθηκε.
Είναι, λέει, δεκατρία χρόνια φυματικός (!) και φυματίωση σκληρή. Επί σειράν ετών διέμενε σε μια διπλανή εκκλησούλα, στο τσιμέντο, χωρίς ρούχα, χωρίς τροφή.
Και όμως και σήμερα ακόμη ο άνθρωπος αυτός, ύστερα και από άλλην σειράν βασάνων στο διάστημα μιας απολύτως τυραγνισμένης ζωής, υπάρχει και θα εφαίνετο πολύ δύσκολα άρρωστος, αν στο μεταξύ η πάθηση του στομάχου του δεν του απαγόρευε ν’ ακολουθή τη δίαιτα του σανατορίου…
Ο αέρας μιας ξεγνοιασιάς που επικρατεί σ’ αυτό το θάλαμο, δεν ταυτίζεται και με μιαν αισιοδοξία ή τουλάχιστον βελτιοδοξία, που αν υπήρχε θα ήταν πολύ αποτελεσματική. Οι άνθρωποι αυτοί, αν εξαιρέσουμε δύο – τρεις, είναι εν τούτοις ολότελα απελπισμένοι στην ατομική τους υπόθεση. Έτσι δεν νοιάζονται για την κούρα τους, για τη θεραπεία της αρρώστειας, που την έχουν κιόλας αποκλείσει. Συγκεκριμένα είδα ένα παλληκάρι των 22 χρόνων, που ωστόσο ήταν ολότελα απελπισμένος και που θα ήθελε μόνο να ζήση σ’ έναν ελεύθερο τόπο δέκα ημέρες και κατόπιν μυστηριωδώς να πεθάνη!
Μέσα σ’ αυτόν το θάλαμο ακούμε και τον αναστεναγμό εκείνων που έχουν αφήσει παιδιά στο σπήτι κι ανέβηκαν εδώ το δρόμο του μαρτυρίου. Σκέφτονται το σπήτι, τις δουλειές και είναι θανάσιμο αυτό πλήγμα. Νομίζω πως κάποια γενναιότητα μεγαλύτερη έπρεπε να υπάρχη σ’ αυτούς τους απόκληρους, για να υποφέρουν τα βάσανα που τους παρενέβαλε στη ζωή τους η θεία Δίκη. Και τότε ίσως ήσαν τις περισσότερες φορές νικητές…
Δίνοντας τίποτα λόγια υπομονής στα βάσανα δοκιμασίας του Θεού, στους ανθρώπους αυτούς, που ασφαλώς καμμιά δεν θα είχαν επίδραση. Φεύγουμε για τους διπλανούς θαλάμους των γυναικών.
***
Κι από τους θαλάμους των γυναικών μία θλίψη αναδίνεται και τίποτ’ άλλο, θλίψη που φωληάζει μες στα στήθια τους για την καταδίκη να πεθάνουν από «χτικιό» στον «Άγιο Λιά». Συναντάμε κι εδώ ανθρώπους κάθε ηλικίας και κάθε προελεύσεως. Συναντάμε τις γυναίκες που άφησαν τους απογόνους, άνδρες πια στη ζωή – αυτές που εξεπλήρωναν τον προορισμό τους –συναντάμε τις γυναίκες που το φοβερό χτύπημα τους δόθηκε στον καιρό που προσπαθούσαν να δημιουργήσουν κάτι…
Κι εδώ κρύβονται κορμιά της ανάνθιστης νιότης… Κοπέλλες ώριμες για τον κοινωνικό τους προορισμό, κι όμως χλωμές, κατακίτρινες, κατάκοιτες στο κρεββάτι τους, απελπισμένες στη ζωή…
Και το πιο τραγικό: Βλέπουμε ένα κοριτσάκι των εννέα ετών, κορίτσι με πρόσωπο όλο χαμόγελο, που δέχεται τα χάδια και τα γλυκά του παππού – προϊσταμένου, και που φιλοξενεί μέσα του το μικρόβιο της «αρχονταρρώστειας».
Το βλέπουμε που βήχει δειλά, που χαμογελάει σαν τίποτα να μην του συμβαίνη, μα που έχει ωστόσο επίγνωση της θέσης του. Είναι πολύ συγκινητικό, να βλέπη κανείς το αγγελούδι αυτό των εννέα χρόνων, να γέρνη στην ποδιά της γιαγιάς που είναι στο δίπλα κρεββάτι, συνάρρωστή της και να της ζητάει ένα παραμυθάκι…
***
Κατεβαίνοντας κάτω, συναντάμε στο προαύλιο του σανατορίου, το κορύφωμα της ανθρώπινης δυστυχίας και οδύνης. Είναι ένας άντρας των 30 χρόνων με κομμένο χέρι και πόδι, και που πάσχει από την πιο σκληρή μορφή σπηλαιώδους φυματιώσεως των πνευμόνων. Είναι ράκος, με μακρυά μαλλιά, με κλαψιάρικη φωνή που την ακούμε όταν ζητάει κάτι, ή όταν μεμψιμοιρή κατά της τύχης του.
Η προσωποποίηση του μηδενός, της αθλιότητας.
Δεν παίρνουμε καμμίαν εξήγηση γι’ αυτόν. Μια ματιά πάνω του μας λέει περισσότερα από όσα θα ζητούσαμε να μάθουμε. Και αν θα ζητούσαμε να κάμουμε μια ψυχολογικήν ανατομία στον άνθρωπο αυτό, τότε… η σκέψη ας σταματήση…
***
Παρακολουθώντας μαζί μου τη μετάβαση αυτή από θάλαμο σε θάλαμο του σανατορίου, αντικρύσαμε μαζί τον ανθρώπινο πόνο, φίλε αναγνώστη. Κι είδαμε κι εκείνους που φροντίζουν για να λιγοστεύουν τον πόνο αυτό, είτε να δίνουν μίαν ανακούφιση στο ρυθμό του αργού
θανάτου που ακολουθεί τη βασανισμένη ζωή των ανθρώπων αυτών.
Και τώρα δυο λόγια για τη λειτουργία του σανατορίου αυτού. Είναι αρκετά σπουδαίο το ότι το σανατόριο συντηρείται κατά το κυριώτερο από τις προσφορές των φιλανθρώπων συμπολιτών Καλαματιανών και Μεσσηνίων. Επίλεκτα μέλη της καλαματιανής κοινωνίας, περί τα 450, αποτελούν μέλη του συλλόγου προς προστασία των απόρων φυματικών.
Εκτός αυτών των τακτικών συνδρομών, έχουμε και τις έκτακτες προσφορές διαφόρων φιλανθρώπων.
Σ’ όλη την ανακουφιστική αυτή εργασία του σανατορίου και ιδιαίτερα στη μετά τον πόλεμο ανακαίνισή του, παίζει ρόλο σπουδαιότατο, πρωτεύοντα, ο ακούραστος Μητροπολίτης μας Χρυσόστομος Δασκαλάκης. Διαθέτει την υλική και ηθική του ενίσχυση στους αρρώστους, όπως και οι φυματιολόγοι γιατροί της πόλεώς μας διαθέτουν την επιστημονική τους εργασία για ανακούφιση των ασθενών.
Πρέπει ακόμη να σημειώσουμε με την ευκαιρία την επαινετή προσφορά της ΟΥΝΡΑ για το σανατόριο, η οποία διέθεσε ρουχισμό και γενικά νοσοκομειακή εξάρτηση το 1945, έτσι που το σανατόριο να παρουσιάση μια καινούρια όψη και να μπορή να διαθέτη σήμερα 75 πλήρη κρεββάτια για ασθενείς. Έτσι κατορθώνεται να δίνεται η φροντίδα στους ασθενείς, ν’ ανακουφίζεται ο πόνος τους με την παροχή της περιθάλψεως.
Αλλά, ας προσθέσουμε ακόμη, χρειάζεται να γίνεται κάτι περισσότερο για το σανατόριο. Πρέπει να διατηρείται τέτοιο που είναι αλλά και προσπάθεια βελτιώσεως να γίνεται επίσης. Για μια πολιτεία αποτελεί στοιχείο, τίτλο τιμής, να διατηρή σανατόριο σε μια δύσκολη περίσταση σαν τη σημερινή. Η δε προσπάθεια συμπληρώσεως ενός φιλανθρωπικού έργου, είναι κάτι περισσότερο από πολιτιστική άνοδος. Φροντίδα για ανακούφιση της δυστυχίας σημαίνει φιλανθρωπία και φιλανθρωπία σημαίνει ανωτερότης, και πολιτισμός.
***
Και τώρα, καιρός ν’ αποχωρήσουμε. Ρίχνουμε μια τελευταία ματιά στην όμορφη φύση, θαυμάζουμε την Καλαμάτα, στην ωραία άποψη που παρουσιάζει από το σανατόριο. Ο ήλιος γέρνοντας, στον τελευταίο του χαιρετισμό, φωτίζει τα χλωμά πρόσωπα που έχουν βγη περίπατο στην αυλή.
Αφήνοντας έναν εγκάρδιο χαιρετισμό στον ευγενικό προϊστάμενο που μας ξεπροβοδίζει μέχρι κάτω, παίρνουμε το δρόμο για την πόλη.
Η απριλιάτικη φύση μάς δημιουργεί ένα συναίσθημα ανάμικτο λύπης και χαράς.
Ανοίγει η καρδιά για να δεχθή το δροσερό αεράκι που συνοδεύει τη δύση του ηλίου. Αυτό είναι η μόνη παρηγορία, εκείνο που μας βγάζει από μια σειρά θλιβερών σκέψεων, μας καθαρίζει το νου. Αλλά οι εικόνες από το αργό σβύσιμο των δυστυχισμένων υπάρξεων δεν βγαίνουν ολότελα από το νου. Απεναντίας, κατέχουν το επίκεντρο της σκέψεώς μας.
Κι έτσι κατεβαίνοντας με μια σειράν εντυπώσεων από τη μηδαμινότητα του ανθρώπινου σαρκίου, υψώνουμε μετά των πουλιών το κελάδημα, μια προσευχή στον Ύψιστο. Μια προσευχή για τη λύτρωσι των ανθρώπων από τα κακά.
Ύστερα η σκέψη τραβάει προς την Επιστήμη. Ο γιγαντιαίος πόλεμος κατά των μικροβίων, κατά των φθοροποιών στοιχείων, κατά της ίδιας της φθοράς, δίνει μια υπόσχεση για το πιο κοντινό μέλλον για την κατάκτηση του πεδίου της μάχης, για μια τελική επιστημονική νίκη. Ας γίνη κι αυτό. Ας δώση ο Θεός μια τελειωτικήν ανακούφιση στο γένος των θνητών…
Κατεβαίνοντας στην πόλη, από τον ίδιο δρόμο που κάποιοι ανέβηκαν σαν μάρτυρες της ανθρώπινης οδύνης, έκλεισα μέσα μου μια μεγάλη απόφαση: να ταχθώ στο πεδίο των μαθητών εναντίον της φυματιώσεως. Θα μπορέσω να κάμω την απόφαση πραγματικότητα; «Θεός οίδεν».\

Πηγή: https://www.tharrosnews.gr/2026/01/tharros-13-apriliou-1948-sanatorio-profitis-ilias-ekei-pou-fonazei-o-anthropinos-ponos/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Επιστολή του Μ. Καραγάτση στον Νίκο Καββαδία

  Αδελφέ Ήσουνα μακριά. Που ήσουν; Που ταξίδευες τόσα χρόνια; Σε ποιες θάλασσες έπλεγες, ποιους ουρανούς αντίκριζες; Τι σε δίδαξαν τα πορφυρ...